Βουλγαρία

Κράτος της νοτιοανατολικής Ευρώπης, στη Βαλκανική χερσόνησο.Συνορεύει στα Β με τη Ρουμανία, στα Δ με τη (Νέα) Γιουγκοσλαβία (ΒΔ) και την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (ΝΔ), στα Ν με την Ελλάδα και την Τουρκία, ενώ Α βρέχεται από τον Εύξεινο Πόντο.Η σημερινή συνοριακή γραμμή, που εκτείνεται σε 2.158 χλμ. (σύμφωνα με τη Συνθήκη των Παρισίων το 1947), κατά μήκος των ακτών του Εύξεινου Πόντου (309 χλμ.) και του Δούναβη, από τα γιουγκοσλαβικά σύνορα μέχρι τη Σιλίστρα, είναι καθαρά φυσική. Αντίθετα, είναι τεχνητή η συνοριακή γραμμή στη Δοβρουτσά, από την οποία ανήκει στη Β. μόνο η μεσημβρινή ζώνη, η καλούμενη Τετράπλευρο, που της παραχωρήθηκε με τις συμφωνίες της Κραϊόβας, το 1940, στα Ν, παρότι σε σημαντικά τμήματα πρόσκειται στις παρυφές της οροσειράς της Ροδόπης, στα Δ (τα σημερινά σύνορα με τη Γιουγκοσλαβία και την ΠΓΔΜ, όπως και τα ΝΔ με την Ελλάδα, καθορίστηκαν από τη Συνθήκη του Νεϊγί, το 1919) και στα ΝΑ που συνορεύει με την Τουρκία. Σύμφωνα με μια πρόσφατη διοικητική αναδιοργάνωση, η Β. διαιρείται διοικητικά σε 28 περιφέρειες (με πρωτεύουσα την εκάστοτε ομώνυμη πόλη): Βάρνα (Varna), Βέλικο Τίρνοβο (Veliko Turnovo), Βίντιν (Vidin), Βράτσα (Vratsa), Γιάμπολ (Yambol), Γκάμπροβο (Gabrovo), Δοβρουτσά (Dobrich), Κιουστεντίλ (Kyustendil), Κουρτζάλι (Kurdzhali), Λόβετς (Lovech), Μοντάνα (Montana), Μπλαγκόεβγκραντ (Blagoevgrad), Μπουργκάς (Burgas), Παζαρτζίκ (Pazardzhik), Πέρνικ (Pernik), Πλέβεν (Pleven), Πλόβντιβ (Plovdiv), Ράζγκραντ (Razgrad), Ρούσε (Ruse), Σιλίστρα (Silistra), Σλίβεν (Sliven), Σμόλιαν (Smolyan), Σούμλα (Shumen), Σόφια (Sofiya), μείζων περιφέρεια Σόφιας (Sofiya-Grad), Στάρα Ζαγόρα (Stara Zagora), Τουργκόβιστε (Turgovishte), Χάσκοβο (Khaskovo). (Κατά την προηγούμενη διοικητική διαίρεση, υπήρχαν εννέα επαρχίες.) Οι περιφέρειες χωρίζονται σε δήμους οι οποίοι διοικούνται από συμβούλια που εκλέγονται από τον λαό.Το βουλγαρικό έθνος πλειοψηφεί με ποσοστό 83,6%. Το εθνικό μωσαϊκό της Β. συμπληρώνουν Τούρκοι (9,5%), Ρουμάνοι (4,6%) και διάφορα άλλα έθνη όπως Αρμένιοι, Τάταροι κ.ά. Η επίσημη γλώσσα του κράτους είναι η βουλγαρική, ενώ υπάρχει πλήθος τοπικών ιδιωμάτων που ποικίλλει ανάλογα με τους εθνικούς πληθυσμούς.Η Β. ως ανεξάρτητο κράτος δημιουργήθηκε το 1908 (Βασίλειο της Β.). Μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο τα σοβιετικά στρατεύματα, που είχαν απελευθερώσει τη Β., βοήθησαν την αριστερή συμμαχία να καταλάβει την εξουσία. Το 1946, καταργήθηκε με δημοψήφισμα η βασιλεία και η χώρα έγινε λαϊκή δημοκρατία. Το κομουνιστικό καθεστώς παρέμεινε μέχρι το 1989, οπότε η χώρα μετατράπηκε σε δημοκρατία και το 1991 ένα νέο σύνταγμα ψηφίστηκε από τη διευρυμένη βουλή. Σύμφωνα με το νέο αυτό σύνταγμα, πολίτευμα της χώρας είναι η κοινοβουλευτική δημοκρατία. Η νομοθετική εξουσία ασκείται από τη βουλή, η οποία αποτελείται από 240 μέλη τα οποία εκλέγονται για 4 χρόνια. Οι βουλευτές που μετέχουν στην κυβέρνηση οφείλουν να παραιτηθούν από το αξίωμά τους. Αρχηγός του κράτους είναι ο πρόεδρος της δημοκρατίας, ο οποίος εκλέγεται απευθείας από τον λαό (μαζί με τον αντιπρόεδρο) για πέντε χρόνια με καθολική ψηφοφορία από τους πολίτες άνω των 18 ετών. Το ίδιο πρόσωπο μπορεί να εκλεγεί πρόεδρος μόνο για δύο συνεχείς θητείες. Τα τρία μεγαλύτερα κόμματα στη Β. είναι το φιλομοναρχικό Εθνικό Κίνημα υπέρ του Συμεών του Β’ (αγωνίζεται για την παλινόρθωση του μονάρχη Συμεών), η Ένωση Δημοκρατικών Δυνάμεων και το Σοσιαλιστικό Κόμμα. Στη χώρα υπάρχουν συνολικά 12 κόμματα. Τα τελευταία χρόνια παρουσιάζεται αρκετά ενισχυμένη η τάση για επιστροφή στη μοναρχία, γεγονός που εξηγεί τη δημοτικότητα του κινήματος υπέρ του Συμεών Β’, ο οποίος είναι πρωθυπουργός της Β. από το 2000. Πρόεδρος της δημοκρατίας είναι ο Γκεόργκι Παρβάνοφ από το 2002.Η δικαιοσύνη, σύμφωνα με το σύνταγμα, είναι ανεξάρτητη. Υπάρχουν δύο ανώτατα δικαστήρια, το ένα για τα ποινικά και αστικά δικαστήρια και το άλλο για διοικητικά θέματα. Κάτω από αυτά τα δύο ανώτατα δικαστήρια συγκροτούνται τα εφετεία, τα περιφερειακά και τα τοπικά δικαστήρια. Το ανώτατο δικαστικό συμβούλιο έχει την ευθύνη για την τοποθέτηση των δικαστών. Τους προέδρους των δύο ανωτάτων δικαστηρίων διορίζει ο πρόεδρος της δημοκρατίας ύστερα από πρόταση του ανωτάτου δικαστικού συμβουλίου, το οποίο με τη σειρά του συγκροτείται από τους προέδρους των δύο ανωτάτων δικαστηρίων, τον γενικό εισαγγελέα και 22 άλλους νομικούς. Οι 11 από αυτούς εκλέγονται από τη βουλή και οι άλλοι 11 από το δικαστικό σώμα. Πρόεδρος του ανωτάτου δικαστικού συμβουλίου είναι ο εκάστοτε υπουργός Δικαιοσύνης. Υπάρχει επίσης συνταγματικό δικαστήριο, που αποτελείται από 12 δικαστές. Οι 4 εκλέγονται από τη βουλή, άλλοι 4 από τον πρόεδρο της δημοκρατίας και οι υπόλοιποι 4 από δικαστές των δύο ανωτάτων δικαστηρίων. Σύμφωνα με το σύνταγμα του 1991, οι πολίτες της χώρας είναι ελεύθεροι να ακολουθούν όποιο θρήσκευμα επιθυμούν, αν και αναφέρεται ότι παραδοσιακή θρησκεία των Βουλγάρων είναι η ορθόδοξη χριστιανική. Η μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων πάντως είναι χριστιανοί ορθόδοξοι (83,5%). Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Β. ιδρύθηκε το 865 μ.Χ. Αρχηγός της είναι ο πατριάρχης της Β. ο οποίος διατηρεί το αυτοκέφαλο της εκκλησίας του από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Διαθέτει 11 επισκοπές στη Β. και 3 εκτός της χώρας (Αμερικής, Αυστραλίας και Δυτ. Ευρώπης). Η καθολική εκκλησία, που αντιπροσωπεύει το 1,5% του πληθυσμού, διαθέτει δύο επισκοπές. Το 13% είναι μουσουλμάνοι. Πρόκειται για Πομάκους, που εξισλαμίστηκαν κατά την τουρκοκρατία. Μουσουλμάνοι είναι επίσης οι Τούρκοι που κατοικούν στη χώρα.Η παιδεία είναι υποχρεωτική μεταξύ 6-16 ετών. Το εκπαιδευτικό σύστημα χωρίζεται σε τρία επίπεδα. Το πρώτο διαρκεί 11 χρόνια (6-17 ετών) και χωρίζεται σε γενικό, επαγγελματικό και τεχνικό. Όσοι θέλουν μπορούν να συνεχίσουν τις σπουδές τους σε ανώτερα ή ανώτατα εκπαιδευτήρια· υπάρχουν 20 πανεπιστήμια στη χώρα. Ο αναλφαβητισμός στη Β. είναι σε ποσοστό 2% (1999).Η στρατιωτική θητεία είναι υποχρεωτική και διαρκεί 18 μήνες. Στον στρατό ξηράς υπηρετούν 42.400 άτομα, στο ναυτικό 5.260 και στην αεροπορία 18.300. Υπάρχουν επίσης κυβερνητικές παραστρατιωτικές μονάδες, όπως συνοριακοί φύλακες και αστυνομία ασφαλείας, που αριθμούν δύναμη 12.000 ατόμων.Το σύστημα ασφάλισης και κοινωνικής πρόνοιας που καθιερώθηκε το 1958 εξακολουθεί να ισχύει. Οι κοινωνικές παροχές (περίθαλψη, σύνταξη, επίδομα ανεργίας κ.ά.) είναι ίδιες για όλους τους πολίτες και ο προϋπολογισμός για την υγεία έφτανε το 1999 σε ποσοστό 5,58%. Το κράτος επίσης παρέχει διευκολύνσεις σε γονείς με παιδιά ηλικίας κάτω των 16 ετών. Επίσης, καταβάλλεται επίδομα ασθενείας για όσο καιρό είναι κάποιος ασθενής.Η πιο έκδηλη γεωλογική και μορφολογική ατομικότητα μέσα στο βουλγαρικό έδαφος εκφράζεται σίγουρα από την οροσειρά του Αίμου: πρόκειται για μια συνεχή σειρά αναγλύφων, της οποίας προηγείται στον νότο μια παράλληλη και μικρότερη οροσειρά, τα Αντιβαλκάνια (Σρέντνα Γκόρα), που μπορούν να αποδοθούν στη νεότερη οικογένεια των περι-μεσογειακών αλυσίδων και τα οποία γεωλογικά αποτελούνται από μια τριτογενή ανανέωση (συνδεόμενη με την αλπική ορεογενετική φάση) μιας αρχαιότερης παλαιοζωικής πτύχωσης. Ανάλογη ανανέωση έχει υποστεί ο ορεινός όγκος της Ροδόπης, παλαιοζωικής προέλευσης. Με την τριτογενή πτύχωση σχηματίστηκαν ή τονίστηκαν οι ζώνες ταπείνωσης, που ήδη από τον μεσοζωικό αιώνα καλύπτονταν από ρηχές θάλασσες, που σιγά-σιγά η έκτασή τους περιοριζόταν κατά την ανύψωση των αναγλύφων έως την τεταρτογενή περίοδο, οπότε πρέπει να υπήρχαν πολυάριθμες λίμνες. Σε ό,τι αφορά την προέλευσή του, το έδαφος παρουσιάζει ορισμένη ποικιλία γεωλογικών σχηματισμών. Στα πιο εσωτερικά και υψωμένα τμήματα των αναγλύφων δεσπόζουν οι παλαιοζωικοί σχηματισμοί (γρανίτες, σχιστολιθικά πετρώματα, αμμώδεις εκτάσεις, παλαιοί ασβεστόλιθοι, με ηφαιστειακές παρεισφρήσεις πιο πρόσφατες), ενώ τα εξωτερικά κράσπεδα σχηματίστηκαν από ιζηματογενή πετρώματα του δευτερογενούς και τριτογενούς. Στο κρηπίδωμα και στις χαμηλές εσωτερικές ζώνες, πάνω από τους τριτογενείς σχηματισμούς διαδέχονται το ένα το άλλο τα πρόσφατα προσχωσιγενή εδάφη ή, όπως κατά μήκος του Δούναβη, το στρώμα των λες.Η Β. κατέχει το βορειοανατολικό τμήμα της Βαλκανικής χερσονήσου, που προβάλλει στον Εύξεινο Πόντο. Δεν έχει γεωγραφική ενότητα εξαιτίας της ποικιλίας των μορφολογικών της στοιχείων, των οροσειρών και των χαμηλών ζωνών που διαδέχονται η μία την άλλη, από τη λεκάνη του Δούναβη προς Β, μέχρι την οροσειρά της Ροδόπης προς Ν. Χαρακτηριστικό στοιχείο είναι το ορεινό σύστημα των Βαλκανίων (ο Αίμος των αρχαίων) ή Στάρα Πλάνινα (δηλαδή, παλιό βουνό), όπως το αποκαλούν οι Βούλγαροι, με ψηλότερη κορυφή το Μπότεφ (2.376 μ.). Παρότι διαιρεί τη χώρα στα δύο, η Στάρα Πλάνινα επιτρέπει την άνετη συγκοινωνία ανάμεσα στον νότο και στον βορρά. Πολύ πιο εύκολα όμως διεξάγεται η συγκοινωνία κατά μήκος των ακτών του Εύξεινου Πόντου από Α, και προς τη Θράκη, κατά μήκος του Έβρου (στα βουλγαρικά, Μαρίτσα), από ΝΑ. Από τα Δ, χαμηλά ανάγλυφα απομονώνουν τη χώρα μέσα στη σερβική (λεκάνη του Μοράβα) και στη μακεδονική (λεκάνη του Αξιού-Βαρδάρη) ζώνη, αφήνοντας βέβαια και κάποια σχετικά εύκολα περάσματα. Το αρχαιότερο από αυτά, από τη ρωμαϊκή ακόμα εποχή (από αυτό περνά ο δρόμος και η σιδηροδρομική γραμμή που οδηγούν από την Ευρώπη στην Ασία), είναι το πέρασμα του Ντραγκομάν, ένα μακρύ και βαθύ άνοιγμα στα ανατολικά της πεδιάδας της Σόφιας. Η οροσειρά του Αίμου έχει μήκος περίπου 600 χλμ., εκτείνεται από τον ποταμό Τίμοκ μέχρι το ακρωτήριο Εμινέ (Αιμόνιον) και διακρίνεται από ποικίλη μορφολογική και γεωλογική διαμόρφωση. Η κοιλάδα του ποταμού Ίσκερ χωρίζει τη δυτική οροσειρά από την κεντρική, που είναι και η πιο ψηλή και τραχιά, και αρχίζει με τη Μπουργκάς Πλάνινα, κοντά στην κοιλάδα της Σόφιας· στα Α τα υψώματα, χαμηλώνοντας, θρυμματίζονται σε πολυάριθμους αυχένες με στρογγυλεμένες κορυφές, που κατέρχονται κλιμακωτά προς τον Εύξεινο Πόντο. Η βορεινή πλαγιά του Αίμου, με τις μεγάλες χαράδρες και τις βαθιές κοίτες των ποταμών, φτάνοντας προς τον Δούναβη αρχίζει να χαμηλώνει σε μια όχθη με ύψος 150-200 μ. Στον νότο, η Στάρα Πλάνινα κατεβαίνει απότομα, πάνω σε ένα χαμηλό λεκανοπέδιο, χωρισμένο από στρώματα γρανίτη, σε άλλες μικρότερες κοιλάδες που συνδέονται με βαθιά φαράγγια. Η υγρή προσχωσιγενής περιοχή προστατεύεται από τη δριμύτητα του ηπειρωτικού κλίματος και προσφέρεται για την καλλιέργεια βιομηχανικών φυτών, οπωροφόρων δέντρων, σταφυλιών και τριαντάφυλλων. Τη νότια πλευρά κλείνει το βουνό Σρέντνα Γκόρα που σε κανένα σημείο δεν ξεπερνά το ύψος των 1.600 μ. Οι εξάρσεις αυτές είναι ο Νότιος Αίμος (ή Αντιβαλκάνια), με απότομη κατωφέρεια, απέναντι σε μια πλαγιά που αποτελείται από χλοερά οροπέδια, που κατηφορίζουν προς τον νότο. Στη Στάρα Πλάνινα ενώνονται προς τα δυτικά οι αφιλόξενες περιοχές από τις οποίες πηγάζουν τα νερά του Νίσαβα, του Στρυμόνα και του Ίσκερ. Η οροσειρά της Ροδόπης υψώνεται ανάμεσα στην κοιλάδα του Έβρου και στο θρακομακεδονικό έδαφος, σχηματίζοντας ένα δυνατό βραχώδες αντέρεισμα. Σχηματίστηκε για πρώτη φορά κατά τον παλαιοζωικό αιώνα, όταν παρέμειναν αδιατάρακτοι οι αρχαιότεροι πυρήνες κατά την τριτογενή περίοδο, οπότε ανανεώθηκαν χάρη στην αλπική ορεογένεση. Ωστόσο, η Ροδόπη παρουσιάζει απόκρημνες πλαγιές και πυθμένες κοιλάδων, σε έντονη αντίθεση προς τις ψηλές ισοπεδωμένες επιφάνειες. Τα ψηλότερα σημεία του συστήματος βρίσκονται στα δυτικά, όπου η διάβαση δυσχεραίνεται από απόκρημνες κοιλάδες. Τα πυκνά δάση που καλύπτουν τις πλαγιές, εναλλασσόμενα με καταπράσινους βοσκότοπους, έχουν ως αποτέλεσμα, παρά το μεγάλο ύψος, η περιοχή αυτή να μην προσφέρει ένα τυπικά ορεινό τοπίο. Ανατολικά, οι κοιλάδες ανοίγονται σε λεκανοπέδια όλο και πιο πλατιά, πλούσια σε λιβάδια και σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις, ενώ τα υψώματα χαμηλώνουν μέχρι τη μέση περιοχή του Έβρου. Η οροσειρά της Ροδόπης προεκτείνεται στα δυτικά με τον επιβλητικό ορεινό όγκο της Ρίλα (Σκόμοον). Οι κοίτες των ποταμών Ίσκερ, Στρυμόνα και Νέστου (Μέστα) απομονώνουν αυτό το βουνό, του οποίου οι γεμάτες από χιόνι ρωγμές και οι κατάλευκες κορυφές προβάλλουν στον μεσημβρινό ορίζοντα της κόγχης της Σόφιας. Νοτιότερα, ανάμεσα στον Στρυμόνα και τον Νέστο υψώνεται ο ορεινός όγκος του Πιρίν (Βιρέν, 2.915 μ.). Γύρω από αυτούς τους επιβλητικούς όγκους εκτείνονται μερικές βυθισμένες λεκάνες, όπως εκείνες του Σαμόκοφ, με πυθμένες ελώδεις και καλυμμένους από κατάλοιπα ποταμών και παγετώνων, και του Ράζλογκ, ανάμεσα σε τείχη σχεδόν κατακόρυφα ύψους έως 820 μ. Στα Ν των Αντιβαλκανίων απλώνεται η ευρύτερη πεδινή περιοχή της Β., με μεγάλη ανθρωπολογική και οικονομική σπουδαιότητα: η πεδιάδα της άνω Θράκης, που διαρρέεται από τον ποταμό Έβρο. Στα ΒΔ, το πέρασμα του Βακαρέλ διαιρεί την πεδιάδα της κόγχης της Σόφιας. Στα Ν κλείνεται από το στενό του Χαρμανλί, που σημαδεύει το πέρασμα προς την κάτω Θράκη και το οποίο ανήκει τώρα στην Τουρκία. Ψηλότερα ανοίγεται η στεπώδης πεδιάδα του Πλόβντιβ, όπου τα υδάτινα ρεύματα ξεχύνονται σε χαλικόστρωτες κοίτες. Στην κοιλάδα της Σόφιας, η πεδιάδα συρρικνώνεται ανάμεσα στα υψώματα, που στα νότια προαναγγέλλουν την οροσειρά της Ροδόπης και στα ανατολικά τους ευρείς μονότονους κυματισμούς της λεκάνης της Στάρα Ζαγόρα. Από το 1878, μια σύντομη αρδευτική προσπάθεια έχει μεταμορφώσει το στεπώδες τοπίο σε μία από τις πιο εύφορες περιοχές –ιδίως στις βιομηχανικές καλλιέργειες– ολόκληρης της Β. Η παραλιακή περιοχή ενώνεται στον βορρά με τις διακλαδώσεις του Αίμου. Τα ιζηματογενή στρώματα που έχουν εναποτεθεί σε αυτή την πλατιά ζώνη διαμορφώθηκαν από παλίρροιες και καθιστούν την περιοχή εύφορη: οι καλλιέργειες, χάρη στην ευεργετική επίδραση της θάλασσας, έχουν λάβει χαρακτήρα μεσογειακό, ιδίως κοντά στις κοιλάδες όπου τα χωριά εμφανίζονται διασκορπισμένα ανάμεσα σε μουριές και αμπελώνες.Παρά την περιορισμένη έκταση του εδάφους, οι κλιματικές συνθήκες στη Β. διαφέρουν πολύ από τόπο σε τόπο, κάτι που οφείλεται στις ορεογραφικές συνθήκες και στη θέση της χώρας ανάμεσα στην κεντρική Ευρώπη και τη Μεσόγειο. Τα βουνά, από τη μια πλευρά αφήνουν τη χώρα ελεύθερη στις ασθενείς επιδράσεις του Εύξεινου Πόντου και από την άλλη χρησιμεύουν ως διάφραγμα ανάμεσα στους ηπειρωτικούς και στους νότιους θαλάσσιους ανέμους. Σε αυτό αποδίδονται οι πολύ χαμηλότερες χειμερινές θερμοκρασίες στη δουνάβια πεδιάδα (ανοιχτή στα Β), παρά στις εσωτερικές ορεινές ζώνες. Αλλού, και ιδιαίτερα στα ΝΑ, οι χειμερινές θερμοκρασίες διατηρούνται σε ανεκτά όρια. Οι θερινές όμως είναι υψηλές σε όλη την επικράτεια (όπου δεν παρεμβαίνει ο παράγοντας υψόμετρο) και μόνο στις ανατολικές πλαγιές, στα παράλια του Εύξεινου Πόντου και στη Θράκη, μετριάζονται ελαφρώς. Οι βροχοπτώσεις είναι γενικά λίγες και οι περισσότερες σημειώνονται τον Μάιο και τον Ιούνιο στις βόρειες βουνοπλαγιές. Όμως, στις νότιες περιοχές μειώνονται, τόσο σε ποσότητα όσο και σε διάρκεια (κάτω από 100 χιλιοστά ετησίως). Οι χιονοπτώσεις είναι συχνές σε ολόκληρη τη χώρα και το χιόνι διατηρείται για πολύ καιρό. Η βλάστηση ποικίλλει κι αυτή από τόπο σε τόπο· έτσι, ενώ στα ΝΑ ευδοκιμούν ενδημικά μεσογειακά είδη, στα Β κυριαρχεί η στέπα. Όπου το υψόμετρο είναι μεγάλο, τα δάση είναι πυκνά και δεν λείπουν τα δέντρα όπως η κόκκινη οξιά, που έχει ανάγκη από υγρασία. Αντίθετα, η δρυς καλύπτει τις βουνοπλαγιές σε υψόμετρο 1.000-1.200 μ.Περίπου το ένα τρίτο της χώρας καλύπτεται από δάση. Σχεδόν το μισό της δασικής αυτής έκτασης αποτελείται από δέντρα κατάλληλα για ξυλεία (30% κωνοφόρα). Στη ζώνη της Ροδόπης βρίσκονται κωνοφόρα, οξιές και βελανιδιές. Τα άγρια ζώα βρίσκονται στις απομονωμένες ορεινές περιοχές του νοτιοδυτικού τμήματος της χώρας και αντιπροσωπεύονται από την αρκούδα, τον λύκο, το ελάφι και την αλεπού. Ο Έβρος είναι ο μεγαλύτερος ποταμός της Β. Η λεκάνη του εκτείνεται στη βόρεια πλαγιά της Ροδόπης και στη νότια του Αίμου. Η κοιλάδα του είχε πάντα μεγάλη σπουδαιότητα ως κύρια οδός επικοινωνίας ανάμεσα στην Ευρώπη και στον Βόσπορο. Ο Στρυμόνας κατέρχεται από τις ψηλές πλαγιές της Βίτοσα Πλάνινα και είναι βουλγαρικός μόνο στον μέσο άνω ρου του. Ο ποταμός είχε μεγάλη σπουδαιότητα από την αρχαιότητα ακόμα· για εμάς τους Έλληνες μάλιστα χρησίμευε για να δείχνει τον βορρά (από αυτό προήλθε και το όνομα στρυμόνες, που δόθηκε στους βόρειους ανέμους). Τη βόρεια Β. διασχίζουν ποταμοί που εκβάλλουν στον Δούναβη. Ο τελευταίος αυτός εκτείνεται σε αρκετή έκταση στα βόρεια σύνορα της χώρας και, φτάνοντας στην τελική του φάση, κυλά με αργή κίνηση. Σπουδαία βουλγαρικά λιμάνια πάνω στον Δούναβη είναι το Βίντιν, η Ρούσε και η Λομ. Ο μεγαλύτερος βουλγαρικός παραπόταμος του Δούναβη είναι ο Ίσκερ, που πηγάζει από τη συμβολή πολυάριθμων χειμάρρων που κατεβαίνουν από τη Ρίλα, και αποτελεί μία από τις σπουδαιότερες δεξαμενές νερού της Β., τροφοδοτώντας ισχυρούς υδροηλεκτρικούς σταθμούς. Άλλος σημαντικός παραπόταμος του Δούναβη είναι ο Γιάντρα, που διαρρέει ένα μεγάλο μέρος των κεντροανατολικών Βαλκανίων. Η κοιλάδα του προσφέρει σπουδαία καλλιεργήσιμα εδάφη και, ως ζώνη αρχαιότατων ανθρώπινων οικισμών, έχει να καυχηθεί για ακμάζουσες βιομηχανίες και εμπόριο. Οι παραπάνω, καθώς και άλλοι ποταμοί, όπως ο Βιτ, ο Όσαμ (ή Όσμα) και ο Λομ, μολονότι μικροί, έχουν μεγάλη σπουδαιότητα από ανθρωπογεωγραφική άποψη, γιατί επιτρέπουν την πρόσβαση σε κλειστές και ψηλές ορεινές λεκάνες.Η Β., περιοχή πυκνοκατοικημένη από τη νεολιθική ακόμα εποχή, θεωρείται ότι κατοικήθηκε πρώτα από τους Θράκες. Τον 7ο αι. μ.Χ. μερικές ειρηνικές φυλές Σλάβων χωρικών διάβηκαν τον Δούναβη και πολύ σύντομα επέβαλαν τη γλώσσα και τον πολιτισμό τους στους κατοίκους της περιοχής. Το 679, μια δύναμη περίπου 25.000 αντρών πέρασε με τη σειρά της τον Δούναβη και επέβαλε τη σκληρή στρατιωτική και πολιτική της πειθαρχία. Αυτός ο νομαδικός και φιλοπόλεμος λαός, όμως, δεν άργησε να συγχωνευθεί με το σλαβικό στοιχείο, και να υιοθετήσει τη γλώσσα, τον πολιτισμό και τη θρησκεία του. Τέλος, η τουρκική κυριαρχία σημάδεψε τη χώρα με τα πολιτιστικά στοιχεία και τη θρησκεία που επέβαλε. Οι Βούλγαροι ανήκουν στους τουρανοφινικούς ή φινοουραλικούς και μογγολικούς λαούς και θεωρούνται γενικά απόγονοι των ανατολικών Ούννων που κατοικούσαν γύρω από τον Βόλγα. Από τον ρωσικό ποταμό προέρχεται εξάλλου το όνομα Βόλγαροι και, αργότερα, Βούλγαροι. Η Β. είναι μια χώρα με μεγάλη εθνική ομοιογένεια. Σύμφωνα με στοιχεία του 1998, το 83% του πληθυσμού αποτελείται από Βούλγαρους. Εξάλλου, περίπου 2 εκατομμύρια Βούλγαροι είναι εγκατεστημένοι στο εξωτερικό: Ρουμανία, Ουκρανία, Ελλάδα και Τουρκία (Μικρά Ασία). Μέχρι το 1951, οπότε άρχισε ο επαναπατρισμός, η σπουδαιότερη εθνική μειονότητα απαρτιζόταν από Τούρκους (600.000) που ζούσαν στις ΒΑ περιοχές και σε μερικές κοιλάδες της Ροδόπης.Η Β. πέρασε στη δεκαετία 1970-80 ένα μεταβατικό στάδιο ανάπτυξης. Ο αγροτικός πληθυσμός μειωνόταν και οι πόλεις μεγάλωναν, ενώ παράλληλα άρχισε να διαγράφεται μια οικιστική μορφή αρκετά οργανική και διαφοροποιημένη, που όμως δεν ξέφυγε από τους όρους που επέβαλε η μορφολογία του εδάφους. Το φαινόμενο της αστυφιλίας δεν είναι πρόσφατο και είναι γενικό: το Τίρνοβο, η παλιά πρωτεύουσα, εξακολουθεί να είναι το πρότυπο των αστικών κέντρων, τα οποία οφείλουν τη δημιουργία τους σε θρησκευτικούς και πολιτιστικούς λόγους, ενώ το Πλόβντιβ (Φιλιππούπολη) παρουσιάζει καθαρά τα ίχνη μιας κάποιας αστυφιλίας που προκάλεσαν οι Τούρκοι. Η Σόφια, η μοναδική μητρόπολη της Β. και πόλη που κατέχει μια θέση-κλειδί για τη συγκοινωνία στα Βαλκάνια, παρά τη μακραίωνη ιστορία της, μόνο στο τέλος του 19ου αι. πήρε την όψη της μεγαλούπολης-πρωτεύουσας. Σήμερα, με τα μεγάλα ξενοδοχεία της, τα συγκροτήματα γραφείων και τα μεγάλα καταστήματα, η Σόφια σιγά-σιγά παίρνει τη μορφή μιας ευρωπαϊκής μεγαλούπολης. Ακόμα και σήμερα η Β., με μέση πυκνότητα πληθυσμού 69 κατοίκους ανά τ. χλμ., είναι μια χώρα αραιοκατοικημένη. Η πυκνότητα του πληθυσμού ποικίλλει πάντως από τόπο σε τόπο και είναι μεγαλύτερη στη βόρεια Β., και μικρότερη στη νότια και τη νοτιοδυτική. Πυκνοκατοικημένες ζώνες υπάρχουν στη μέση κοιλάδα του Έβρου (περιοχή του Πλόβντιβ: 89 κάτοικοι ανά τ. χλμ.) και περισσότερο στην περιοχή της Σόφιας (902 κάτ. ανά τ. χλμ.). Το ποσοστό γεννήσεων μειώθηκε από 25‰ το 1948, σε 8,06‰ το 2001, ενώ η θνησιμότητα αυξήθηκε σε 14,5‰ από 12,5‰ το 1948. Ο πληθυσμός εμφανίζει ετήσια μείωση της τάξης του 1,14%, ενώ το προσδόκιμο ζωής είναι 67,7 χρόνια για τους άνδρες και 74,8 για τις γυναίκες. Το βουλγαρικό χωριό διαφέρει από περιοχή σε περιοχή, τόσο στη μορφή όσο και στις παραδόσεις. Η τουρκική επίδραση είναι εμφανής στη νότια και ανατολική Β.: τα ξύλινα σπίτια, με το επάνω πάτωμα να προεξέχει σε σχέση με το ισόγειο, που στηρίζεται με τη σειρά του σε στύλους, οι κομψοί μιναρέδες και τα στριφτά σκονισμένα δρομάκια είναι καθαρά ανατολίτικης προέλευσης. Στη δυτική Β., όμως, τα σπίτια είναι μεσογειακού τύπου, με περισσότερα από ένα πατώματα και με σκεπή από κεραμίδια. Τέλος, στα λες της δουνάβιας πεδιάδας και στη Δοβρουτσά συνηθίζονται οι ημιυπόγειες καλύβες, σκαμμένες μέσα στο αργιλώδες έδαφος, από το οποίο εξέχει μόνο η στέγη, χαμηλή, με λούκια: κατοικίες πρωτόγονες, αλλά ζεστές τον χειμώνα και δροσερές το καλοκαίρι, που κατοικούνται μόνο εποχικά.Μέχρι το 1980, το μεγαλύτερο ποσοστό του βουλγαρικού πληθυσμού ήταν αγρότες, αν και αυτό μειωνόταν συνεχώς (66% το 1956, 41,5% το 1971). Μετά το 1980 άρχισε η αντίστροφη μέτρηση και το 1993 το 67,1% ήταν αστικός πληθυσμός. Τα κυριότερα αστικά κέντρα της Β. είναι (σε παρένθεση ο πληθυσμός τους το 2001) η πρωτεύουσα Σόφια (1.096.389, βλ. λ.), το Πλόβντιβ (Φιλιππούπολη, 340.638, βλ. λ.), η Βάρνα (314.539, βλ. λ.), η Μπουργκάς (Πύργος, 193.316, βλ. λ.), η Ρούσε (162.128), η Στάρα Ζαγόρα (143.989) και το Πλέβεν (122.149).Η οικονομία της χώρας βρίσκεται σε πολύ κακή κατάσταση. Το 1996, πολλές τράπεζες δεν ήταν σε θέση να καλύψουν τις υποχρεώσεις τους και η κυβέρνηση αναγκάστηκε να εγγυηθεί τις καταθέσεις των πολιτών. Η υποδομή των διαφόρων βιομηχανικών μονάδων, οι οποίες στο παρελθόν υποστηρίζονταν υλικοτεχνικά από την πρώην Σοβιετική Ένωση, είναι παλιά. Η ιδιωτικοποίηση που ξεκίνησε το 1990 δεν προχώρησε γρήγορα· πάντως, το 1994 λειτουργούσαν στη χώρα περίπου 350.000 ιδιωτικές επιχειρήσεις. Το 1991 εφαρμόστηκε ένα πρόγραμμα λιτότητας που περιλάμβανε επίσης τον περιορισμό των κρατικών δαπανών και την απελευθέρωση των τιμών. Ο πληθωρισμός είχε φτάσει το 1991 στο 338% για να κατέβει το 2000 στο 10,4%. Η ανεργία τον ίδιο χρόνο ήταν περίπου 17,7%. Το ΑΕΠ έφτανε τότε τα 12.391 εκατ. δολ. ΗΠΑ και το κατά κεφαλήν εισόδημα τα 1.250 δολ. Η Β. αντιμετωπίζει επίσης σοβαρά περιβαλλοντικά προβλήματα, κυρίως από τη ρύπανση και τις εκδασώσεις. Προβλήματα υπάρχουν επίσης και με τη λειτουργία του πυρηνικού εργοστασίου παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας Κοζλοντούι. Ο τουρισμός προσφέρει ένα σημαντικό τμήμα των εσόδων του προϋπολογισμού της χώρας. Η σταθεροποίηση της οικονομίας τείνει να επιτευχθεί με ξένες επενδύσεις (μεταξύ αυτών, σημαντική είναι η δραστηριοποίηση ελληνικών επιχειρήσεων), όπως και με βοήθεια από ξένους οικονομικούς οργανισμούς. Στον τομέα της αγροτικής οικονομίας (γεωργία, κτηνοτροφία, δάση και αλιεία) απασχολείται το 23% του ενεργού πληθυσμού. Ολόκληρη η γεωργοκτηνοτροφική παραγωγή ήταν μέχρι το 1990 κρατική-συνεταιριστική. Μετά το 1990 δημιουργήθηκαν μεγάλες ιδιωτικές καλλιέργειες.Τα βασικά προϊόντα που παράγει η χώρα είναι σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι, ζαχαρότευτλα, καπνός, φρούτα, σταφύλια (μεγάλη παραγωγή κρασιού) κ.ά. Άλλοτε η Β. ήταν μια χώρα δημητριακών, σήμερα όμως τον κύριο λόγο έχουν οι προσοδοφόρες βιομηχανικές καλλιέργειες καθώς και οι καλλιέργειες πρώιμων καρπών και κηπευτικών που επιτρέπουν αξιόλογο εξαγωγικό εμπόριο με τις ευρωπαϊκές χώρες. Ανάμεσα στις βιομηχανικές καλλιέργειες σπουδαιότερη είναι αυτή του καπνού, ιδιαίτερα στην περιοχή της Ροδόπης και στις κοιλάδες του Έβρου και του Άρδα. Αξιόλογη είναι επίσης η καλλιέργεια του ηλιοτροπίου στην πεδιάδα του Δούναβη, στα υψίπεδα της Θράκης και στην περιοχή της Μπουργκάς. Από τα άλλα ελαιοφόρα φυτά, καλλιεργούνται τα γουλιά, η σόγια, οι αραχίδες και το σουσάμι. Η καλλιέργεια του τεύτλου είναι εκτεταμένη και επαρκεί για την τροφοδοσία της ζαχαροβιομηχανίας. Οι περιοχές της σχετικά μεγαλύτερης παραγωγής είναι η Σόφια και το νότιο τμήμα της χώρας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την αγροτική οικονομία της Β. παρουσιάζει η καλλιέργεια ρόδων που προορίζονται για την αρωματοποιία και βρίσκονται σε μεγάλες ποσότητες στη λεγόμενη Κοιλάδα των Ρόδων, ανάμεσα στη Σρέντνα Γκόρα και στη Στάρα Πλάνινα. Μια άλλη τυπική βιομηχανική καλλιέργεια είναι η βαμβακοκαλλιέργεια που ευδοκιμεί στη Θράκη και στις κοιλάδες του Στρυμόνα και του Δούναβη. Διαδεδομένες είναι επίσης οι καλλιέργειες κηπευτικών και λαχανικών, που γίνονται σε μεγάλα θερμοκήπια και εξάγονται σε μεγάλες ποσότητες. Σε συνεχή ανάπτυξη βρίσκεται η καλλιέργεια της φράουλας, ενώ στην περιοχή του Πλόβντιβ υπάρχουν ειδικά κέντρα για την επεξεργασία της. Εξάλλου, σε μεγάλες ποσότητες εξάγονται αχλάδια, δαμάσκηνα, βερίκοκα, μήλα, ροδάκινα και κεράσια. Η αμπελουργία ευδοκιμεί περισσότερο στην κεντρική Β. Η καλλιέργεια δημητριακών, διαδεδομένη ιδιαίτερα στην πεδιάδα του Δούναβη, παίζει πάντοτε έναν σπουδαίο ρόλο στη γεωργία της χώρας. Το σιτάρι τροφοδοτεί μια ακμάζουσα αλευροβιομηχανία, ενώ και ο αραβόσιτος παράγεται σε μεγάλες ποσότητες. Στις αρδευόμενες περιοχές, και περισσότερο στην κοιλάδα του Έβρου, καλλιεργείται το ρύζι. Το κριθάρι καλλιεργείται στις βόρειες περιοχές, ενώ η σίκαλη και η βρόμη έχουν περιορισμένη σπουδαιότητα. Μια άλλη καλλιέργεια, διαδεδομένη στις ορεινές περιοχές, είναι αυτή της πατάτας που παίζει σημαντικό ρόλο στη διατροφή του πληθυσμού και αυξάνει συνεχώς.Το έδαφος της Β. ευνοεί την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας. Οι βόρειες περιοχές είναι προσφορότερες για την εκτροφή βοοειδών και χοίρων, ενώ οι νότιες για την εκτροφή αιγοπροβάτων. Στις μεγάλες αγροτικές επιχειρήσεις η εκτροφή των ζώων γίνεται με σύγχρονα τεχνικά μέσα, ενώ η εκτροφή πουλερικών επιτρέπει μια τεράστια παραγωγή αβγών, που εξάγονται σε μεγάλες ποσότητες. Πολύ ανεπτυγμένη είναι και η μελισσοκομία. Στο δυναμικό της χώρας περιλαμβάνονται 750.000 αγελάδες, 3.800.000 αιγοπρόβατα, 2.000.000 χοίροι, 18.000.000 πουλερικά κ.ά. Το μοσχαρίσιο, χοιρινό και αρνίσιο κρέας είναι οι σημαντικές παραγωγές της κτηνοτροφίας. Στα παράλια του Εύξεινου Πόντου, οι κάτοικοι ασχολούνται και με την αλιεία, η οποία όμως κατέχει ασήμαντη θέση στην οικονομία της χώρας· προσφέρει περίπου 36.000 τόνους αλιευμάτων ετησίως.Από την προϊστορία στην αρχαϊκή εποχή. Από την παλαιολιθική ακόμη εποχή φαίνεται πως ήταν κατοικημένη η σημερινή Β., που τότε ονομαζόταν Μοισία. Πάντως, είναι βεβαιωμένη η ύπαρξη ανθρώπων στην περιοχή από τη νεολιθική εποχή. Στην εποχή του χαλκού, φυλές προερχόμενες από τον βορρά αναμείχθηκαν με τα εγχώρια στοιχεία και φαίνεται ότι από την ανάμειξη αυτή προήλθαν οι Ιλλυριοί και οι Θράκες. Κατά την εποχή του ορείχαλκου, στη Β. κατοικούσαν Μοισοί, ενώ προς τον Δούναβη κατοικούσαν Γέτες και βορειότερα Δάκες. Στην αρχή της εποχής του σιδήρου πραγματοποιήθηκε η κάθοδος των Ηρακλειδών και τον 8ο αι. π.Χ. εισέβαλαν από τον βορρά οι Κιμμέριοι. Οι Έλληνες άρχισαν να αποικίζουν τα παράλια του Εύξεινου Πόντου που αντιστοιχούν στη σημερινή Β. μάλλον από τον 7ο αι. π.Χ. Έλληνες ίδρυσαν την Απολλωνία (Σωζόπολη), την Οδησσό (Βάρνα), την Κρουνούν (Βαλτσίκ) κ.ά. Τρεις Έλληνες στρατηγοί, ο Φίλιππος ο Μακεδόνας (339), ο Μέγας Αλέξανδρος και ο Λυσίμαχος εισέβαλαν στη χώρα. Η Φιλιππούπολη μάλιστα χτίστηκε από τον Φίλιππο. Τον 3ο αι. π.Χ., οι Γαλάτες εισέβαλαν στη χώρα και τον 1ο αι. μ.Χ. η Μοισία κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους. Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Τραϊανός, εκτός από τις άλλες πόλεις, έχτισε τη Σαρδική ή Σερδική (από τους Σέρδους Θράκες), την οποία οι Σλάβοι ονόμασαν Σρέδετς και οι Βυζαντινοί Τριαδίτσα. Πρόκειται για τη σημερινή Σόφια. Η βυζαντινή περίοδος και η ανακήρυξη του βουλγαρικού κράτους. Από τον 3ο αι. μ.Χ., ήταν αδιάκοπη η κίνηση λαών στη Β.: Γαλάτες, Βησιγότθοι, Αλβανοί, Άβαροι περνούσαν αδιάκοπα από τη χώρα. Μαζί με αυτούς διείσδυσαν και οι Σλαβικοί ή Σκλαβίνοι ή Σλαβηνοί, δηλαδή οι Σλάβοι. Στους Σλάβους αυτούς ο βυζαντινός αυτοκράτορας Ηράκλειος παραχώρησε τον 7ο αι. εδάφη νότια του Δούναβη. Η πρώτη επιδρομή των ανατολικών Ούννων και Βουλγάρων κατά του βυζαντινού κράτους έγινε το 493, όταν αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη ήταν ο Αναστάσιος Α’ ο Δίκορος. Μετά από τριετή πόλεμο, οι Βούλγαροι απωθήθηκαν πέρα από τον Δούναβη, συνέχισαν όμως τις επιδρομές τους κατά της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ιδρυτής του κράτους των Βουλγάρων θεωρείται ο Ασπαρούχ ή Ίσπεριχ που τους οδήγησε στην πέρα από τον Δούναβη εκστρατεία τους και πολέμησε εναντίον του Κωνσταντίνου Δ’ του Πωγωνάτου. Έτσι, 200 χρόνια μετά την πρώτη επιδρομή, οι Βούλγαροι πέρασαν οριστικά τον Δούναβη (679) και αργότερα, με τη συγκατάθεση του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Δ’ του Πωγωνάτου, κατέλαβαν τη χώρα που βρίσκεται ανάμεσα στη δεξιά όχθη του Δούναβη και του Αίμου, ακριβώς εκεί όπου άλλοτε ήταν η αρχαία Μοισία. Οι υπόλοιποι Βούλγαροι που έμειναν στα βόρεια μέρη του Βόλγα, γύρω από τον ποταμό Κάμα, συγχωνεύθηκαν με τους ομοφύλους τους Χαζάρους και ίδρυσαν το βασίλειο των Καμαίων Βουλγάρων ή τη Μεγάλη Β. Από το τέλος του 7ου και μέχρι τις αρχές του 12ου αι., οι Βούλγαροι διατήρησαν σχεδόν σε όλο το διάστημα την ανεξαρτησία τους. Ο Βόρις Α’ (852-889) σταθεροποίησε τα σύνορα, προσηλυτίστηκε στον χριστιανισμό και άνοιξε τη χώρα του προς τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Ο γιος του Συμεών (893-927), που είναι γνωστός ως Συμεών ο Μέγας, μεγάλωσε ακόμα περισσότερο το βασίλειό του και κατόρθωσε να κερδίσει (927) από το Βυζάντιο τον τίτλο του τσάρου. Το 996 ο τσάρος Σαμουήλ (991-1014) κατάφερε να φτάσει μέχρι την Πελοπόννησο, όπου νικήθηκε από τον Νικηφόρο Ουρανό. Το 1014, ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β’ νίκησε οριστικά τους Βούλγαρους και το 1018 εισέβαλε θριαμβευτής στην Αχρίδα, μένοντας στην ιστορία με το όνομα Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος. Έτσι, μέσα σε πέντε χρόνια ολόκληρη η Β. κατακτήθηκε και αποτέλεσε τμήμα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, ενώ η βουλγαρική εκκλησία εξαρτήθηκε από την εκκλησία της Κωνσταντινούπολης. Τα επόμενα χρόνια διάφορες θρησκευτικές έριδες (Βογόμιλοι), εξεγέρσεις των χωρικών εναντίον των γαιοκτημόνων, καθώς και οι ορδές Μαγιάρων, Πετσενέγων και Δυτικών σταυροφόρων, προκάλεσαν μεγάλες συμφορές στη χώρα μέχρι το 1185, όταν οι Βούλγαροι επαναστάτησαν και υπό τη διοίκηση του Ιωάννη Ασάν Α’, του επονομαζόμενου Καλογιάννη (1197-1207), κατόρθωσαν να ανασυστήσουν (1197) το κράτος τους, που γνώρισε μια νέα περίοδο ακμής στη διάρκεια της βασιλείας του Ιωάννη Ασάν Β’ (1218-1241), τον θάνατο του οποίου ακολούθησε μια περίοδος παρακμής. Οι Βούλγαροι πολλές φορές νικήθηκαν από τους Βυζαντινούς και τους Σέρβους, ώσπου υπό τη βασιλεία του τελευταίου βασιλιά τους Ιωάννη Σισμάν Γ’ (1371-1391) υποτάχθηκαν οριστικά στους Τούρκους εισβολείς, έως το τέλος του 19ου αι. Η τουρκική κυριαρχία και η παλιγγενεσία του 19ου αι. Από το 1393 αρχίζει η υποδούλωση του βουλγαρικού λαού. Η μακραίωνη τουρκική κυριαρχία (1393-1878) είχε ως συνέπεια την οικονομική εξαθλίωση και μια βάρβαρη κοινωνική καταπίεση. Μια σχετική αφύπνιση σημειώθηκε ύστερα από την ίδρυση του αυτοκέφαλου ορθόδοξου εξαρχάτου, που αποφασίστηκε από την Υψηλή Πύλη το 1870 για να απομακρύνει τους Βούλγαρους από την ελληνική θρησκευτική επιρροή. Στις 20 Απριλίου 1876, ύστερα από μια επανάσταση που ξέσπασε στην περιοχή της Φιλιππούπολης, οι ωμότητες που διέπραξε η οθωμανική κυβέρνηση ήταν τέτοιες ώστε προκάλεσαν την ένοπλη επέμβαση της Ρωσίας (Ρωσοτουρκικός πόλεμος, 1877-78). Μετά την ήττα των Τούρκων και την επακόλουθη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (3 Μαρτίου 1878), επικυρώθηκε η αυτονομία της Β., στην οποία, εκτός από τα καθαυτό εδάφη της σημερινής Β., κατοχυρωνόταν και σχεδόν ολόκληρη η Μακεδονία (Μεγάλη Β.), υπό την προστασία της Ρωσίας. Όμως, η Μεγάλη Βρετανία και η Αυστροουγγρική αυτοκρατορία, που φοβούνταν την επέκταση της ρωσικής επιρροής στα Βαλκάνια, κατόρθωσαν στο συνέδριο του Βερολίνου (1878) να τροποποιήσουν τους υπερβολικά ευνοϊκούς για τη Ρωσία όρους. Με τη συνθήκη του Βερολίνου (1878) επιστράφηκε η Μακεδονία στην Τουρκία και περιορίστηκε η ηγεμονία της Β. στην περιοχή ανάμεσα στον Δούναβη και στη Ροδόπη, που παρέμεινε υπό τη στρατιωτική προστασία της Ρωσίας. Αντίθετα, η περιοχή νότια των Βαλκανίων, στην οποία δόθηκε η ονομασία Ανατολική Ρωμυλία, έγινε αυτόνομη επαρχία. Το 1879, ηγεμόνας της Β. εξελέγη ο Αλέξανδρος του Μπάτενμπεργκ. Η ένωση της Β. και της Ανατολικής Ρωμυλίας, οι κάτοικοι της οποίας είχαν επαναστατήσει κατά των Τούρκων, προκάλεσε έναν πόλεμο-αστραπή μεταξύ Σέρβων και Βουλγάρων που τερματίστηκε με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου (1886). Τον ίδιο χρόνο ο Αλέξανδρος, που είχε αποπειραθεί να απομακρυνθεί από την επιρροή της Πετρούπολης, εξαναγκάστηκε να παραιτηθεί. Το 1887, βασιλιάς της Β. ανακηρύχθηκε ο πρίγκιπας Φερδινάνδος Α’, με τη δικτατορία του Στέφαν Σταμπούλοφ. Το 1908, η επανάσταση των Νεότουρκων και οι δυσκολίες τις οποίες αντιμετώπιζε τότε η Οθωμανική αυτοκρατορία προσέφεραν στη Β. την ευκαιρία να κηρύξει την ανεξαρτησία της (5 Οκτωβρίου 1908) και στον Φερδινάνδο τον τίτλο του τσάρου. Οι περιπέτειες του νέου ανεξάρτητου κράτους. Το όνειρο για μια Μεγάλη Β. ενέπλεξε το νέο βασίλειο στους δύο Βαλκανικούς πολέμους (1912-13), που είχαν ως αποτέλεσμα, στον μεν πρώτο να κερδίσει η Β. ένα μικρό τμήμα της Μακεδονίας, στον δεύτερο όμως να χάσει τη μεγαλύτερη περιοχή της νότιας Δοβρουτσάς, που περιήλθε στη Ρουμανία. Με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου (10 Αυγούστου 1913) τερματίστηκαν οι εχθροπραξίες. Η συμμετοχή της Β. στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, στο πλευρό των Κεντρικών Αυτοκρατοριών, είχε ως συνέπεια νέες εδαφικές απώλειες. Η συνθήκη ειρήνης που υπογράφηκε στο Παρίσι, στις 10 Φεβρουαρίου 1947, υποχρέωσε τη Β. να επιστρέψει όλα τα εδάφη που είχε κατακτήσει στον πόλεμο, εκτός από τη νότια Δοβρουτσά. Σε αυτό το διάστημα η μοναρχία κατέρρευσε και ο λαός με δημοψήφισμα (1946) ψήφισε υπέρ της δημοκρατίας. Ο κομουνιστής ηγέτης Γκεόργκι Διμιτρόφ ήταν αυτός που εγκαθίδρυσε τη Λαϊκή Δημοκρατία της Β. και ο οποίος, μαζί με τον Τίτο, συνέλαβε την ιδέα για μια βαλκανική κομουνιστική ομοσπονδία που θα συμπεριλάμβανε τη Γιουγκοσλαβία, τη Β. και τη Μακεδονία. Ο Στάλιν, όμως, δεν ήταν σύμφωνος με αυτό το σχέδιο και διέταξε τον Διμιτρόφ να παραιτηθεί. Ο διάδοχός του, Τσερβένκοφ, πιστός στη σταλινική γραμμή, εκκαθάρισε τους φιλοτιτοϊκούς. Μετά το 1953 άρχισε και για τη Β. μια περίοδος αποσταλινοποίησης. Το 1954, η χώρα αποκατέστησε τις διπλωματικές σχέσεις με την Ελλάδα και το 1955 έγινε μέλος του ΟΗΕ, προσχώρησε στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας και το 1959 στην Κομεκόν. Ο Τσερβένκοφ αντικαταστάθηκε το 1956 από τον Α. Γιούγκοφ, που παρέμεινε μέχρι το 1962, οπότε παραχώρησε τη θέση του στον Τεοντόρ Ζίβκοφ, ο οποίος το 1967 υπέγραψε εικοσαετείς συμφωνίες φιλίας και αμοιβαίας βοήθειας με την ΕΣΣΔ και την Πολωνία. Το 1971 υιοθετήθηκε ένα νέο σύνταγμα και ο Ζίβκοφ εξελέγη πρωθυπουργός. Τον Μάιο του 1971, ψηφίστηκε νέο σύνταγμα και τον Ιούλιο ο Ζίβκοφ έγινε ο πρώτος πρόεδρος της χώρας. Επανεξελέγη το 1976, το 1981 και το 1986. Τον Ιούνιο του 1981, μετά τις εκλογές σχηματίστηκε νέα κυβέρνηση με επικεφαλής τον Γκρίσα Φιλίποφ, μέλος του πολιτικού γραφείου του Βουλγαρικού Κομουνιστικού Κόμματος, ο οποίος διαδέχτηκε τον Στάνκο Τοντόροφ. Τον Μάρτιο του 1986, ο Φιλίποφ αντικαταστάθηκε από τον Γκέοργκι Ατανάσοφ. Στις εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης που έγιναν τον Μάρτιο του 1988, επιτράπηκε για πρώτη φορά η κάθοδος υποψηφίων εκτός αυτών που είχαν οριστεί από το ΚΚ. Αρκετοί υποψήφιοι που εκπροσωπούσαν ανεξάρτητες οργανώσεις κέρδισαν περίπου το ένα τέταρτο των ψήφων. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, σημειώθηκε για πρώτη φορά μεγάλη αναταραχή στην πολιτική ζωή της μεταπολεμικής Β., με την εμφάνιση των πρώτων ομάδων της αντιπολίτευσης. Τον Οκτώβριο του 1989, μερικές οργανώσεις αξιοποίησαν τη διεξαγωγή διεθνούς περιβαλλοντικού συνεδρίου στη Σόφια για να πραγματοποιήσουν αντικυβερνητικές διαδηλώσεις. Ανάμεσά τους ήταν η Ανεξάρτητη Ένωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και η Επιτροπή για την Προστασία των Θρησκευτικών Δικαιωμάτων και Ελευθεριών. Τον ίδιο μήνα, μέλη της περιβαλλοντικής οργάνωσης Έκο Γκλάσνοστ δέχτηκαν την επίθεση της αστυνομίας. Τον Νοέμβριο του 1989, χιλιάδες άτομα μετείχαν σε πορεία της ίδιας οργάνωσης, η οποία υπέβαλε τα αιτήματά της στην κυβέρνηση. Στις 10 Νοεμβρίου 1989, ο Ζίβκοφ απαλλάχθηκε ξαφνικά από τα καθήκοντα του γενικού γραμματέα του κόμματος, τα οποία ασκούσε επί 35 χρόνια, και αντικαταστάθηκε από τον Πέταρ Μλαντένοφ, υπουργό Εξωτερικών από το 1971. Ο Μλαντένοφ αντικατέστησε τον Ζίβκοφ, και από τη θέση του προέδρου υποσχέθηκε πολιτικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις· λίγο αργότερα η εθνοσυνέλευση ψήφισε υπέρ της κατάργησης της νομοθεσίας που απαγόρευε την «αντικρατική προπαγάνδα». Χιλιάδες άνθρωποι διαδήλωσαν την ίδια ημέρα στη Σόφια, ζητώντας τη διεξαγωγή ελεύθερων εκλογών. Λίγο αργότερα, ο Ζίβκοφ αποκηρύχθηκε από το κόμμα του, άρχισαν ανακρίσεις εναντίον του για διαφθορά, το 1990 συνελήφθη και το 1992 καταδικάστηκε σε επταετή φυλάκιση, ενώ του απαγγέλθηκαν και νέες κατηγορίες. Στα τέλη του 1989, αναδιοργανώθηκε το Βουλγαρικό Αγροτικό Κόμμα, το οποίο τυπικά ήταν σύμμαχος του ΚΚ, και στις αρχές του 1990 η εθνοσυνέλευση ψήφισε υπέρ της κατάργησης του συνταγματικού άρθρου που εξασφάλιζε τον ηγετικό ρόλο του κόμματος στην κοινωνία. Μια σειρά πολιτικών ζυμώσεων άρχισε το 1990, ανάμεσα στο ΚΚ, το Αγροτικό Κόμμα και την Ένωση Δημοκρατικών Δυνάμεων, που μόλις είχε ιδρυθεί και συσπείρωνε αρκετές οργανώσεις της αντιπολίτευσης. Σημαντικές αλλαγές έγιναν και στο εσωτερικό του ίδιου του Κομουνιστικού Κόμματος, η κεντρική επιτροπή του οποίου αντικαταστάθηκε από ανώτατο συμβούλιο με επικεφαλής τον Αλεξάντερ Λίλοφ, που είχε εκδιωχθεί από το κόμμα παλαιότερα επειδή είχε επικρίνει τον Ζίβκοφ. Ο Μλαντένοφ πρότεινε κυβέρνηση συνασπισμού, αλλά η αντιπολίτευση αρνήθηκε και η νέα κυβέρνηση σχηματίστηκε πάλι από το ΚΚ, με επικεφαλής τον Αντρέι Λουκάνοφ. Το νέο βουλγαρικό κράτος. Τον Φεβρουάριο του 1990, δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές της αντιπολίτευσης ζητούσαν τον τερματισμό της διακυβέρνησης της χώρας από το Κομουνιστικό Κόμμα· τελικά, μετά από συνομιλίες με την αντιπολίτευση, η εθνοσυνέλευση υιοθέτησε νέο εκλογικό νόμο, τροποποίησε το σύνταγμα και νομιμοποίησε την ύπαρξη πολλών κομμάτων. Τον Απρίλιο, το βουλγαρικό ΚΚ μετονομάστηκε σε Σοσιαλιστικό Κόμμα. Στις εκλογές του 1990, το Σοσιαλιστικό Κόμμα εξασφάλισε τις 211 από τις 400 έδρες, αξιοποιώντας την παλιά οργανωτική δομή του κόμματος, αλλά δεν κέρδισε την πλειοψηφία των δύο τρίτων για να προχωρήσει σε συνταγματικές μεταρρυθμίσεις. Η Ένωση Δημοκρατικών Δυνάμεων απέσπασε 144 έδρες και το Κίνημα για τα Δικαιώματα και τις Ελευθερίες, που εκπροσωπούσε τη μουσουλμανική μειονότητα, έλαβε 23 έδρες. Ο Μλαντένοφ παραιτήθηκε μετά από λίγο και τον αντικατέστησε ο Ζέλιου Ζέλεφ, πρόεδρος της Ένωσης Δημοκρατικών Δυνάμεων. Οι αντικυβερνητικές διαδηλώσεις συνεχίζονταν, κυρίως λόγω της επιδείνωσης της οικονομίας και των ελλείψεων στα τρόφιμα και τα καύσιμα, με αποτέλεσμα ο Λουκάνοφ να προτείνει πρόγραμμα δραστικών οικονομικών μεταρρυθμίσεων, ανάμεσα στις οποίες περιλαμβάνονταν η ιδιωτικοποίηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και η απελευθέρωση του ελέγχου των τιμών. Εσωτερικές διενέξεις στο Σοσιαλιστικό Κόμμα οδήγησαν στην απόσχιση ενός τμήματος των βουλευτών του και, ύστερα από νέες διαδηλώσεις, τις οποίες οργάνωσε η ανεξάρτητη Συνομοσπονδία των Εργατικών Συνδικάτων, στα τέλη Δεκεμβρίου του 1990 σχηματίστηκε κυβέρνηση εθνικής συναίνεσης από το Σοσιαλιστικό Κόμμα, την Ένωση Δημοκρατικών Δυνάμεων και το Αγροτικό Κόμμα, με επικεφαλής της τον Ντίμιταρ Ποπόφ. Η νέα κυβέρνηση κατάργησε τη διατίμηση, με αποτέλεσμα την αύξηση στις τιμές πολλών αγαθών και ακόμα μεγαλύτερες ελλείψεις. Τον Ιούνιο του 1991, η Διεθνής Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας χαρακτήρισε τον πυρηνικό σταθμό του Κοζλοντούι ως επικίνδυνο και συνέστησε το κλείσιμό του. Παρά τις επιφυλάξεις, η βουλγαρική κυβέρνηση συμφώνησε να κλείσει τους δύο παλαιότερους από τους έξι αντιδραστήρες. Νέο σύνταγμα ψηφίστηκε τον Ιούλιο του 1991 και, εν όψει των εκλογών, διασπάστηκε η Ένωση Δημοκρατικών Δυνάμεων, η οποία ωστόσο στις εκλογές του Οκτωβρίου εξασφάλισε το 34,4% των ψήφων και 110 έδρες, ενώ το Σοσιαλιστικό Κόμμα απέσπασε 106 έδρες. Το κίνημα της μουσουλμανικής (τουρκικής) μειονότητας αναδείχθηκε τρίτη δύναμη με 24 έδρες και η νέα κυβέρνηση συγκροτήθηκε από την Ένωση Δημοκρατικών Δυνάμεων και έξι ανεξάρτητους, με επικεφαλής τον Φιλίπ Ντιμιτρόφ. Στις αρχές του 1992, ο Ζέλιου Ζέλεφ εξελέγη πρόεδρος της χώρας, για πενταετή θητεία, εξασφαλίζοντας στον δεύτερο γύρο των εκλογών το 53% των ψήφων. Στη διάρκεια του 1992, η χώρα συγκλονίστηκε από απεργίες και τον Απρίλιο, παρά τις αντιρρήσεις των σοσιαλιστών, η κυβέρνηση ψήφισε νομοσχέδιο με το οποίο γινόταν αποκατάσταση στην ιδιοκτησία της γης, που είχε αποσπαστεί από το κράτος την περίοδο 1947-62. Στο ίδιο διάστημα, οι σχέσεις ανάμεσα στον πρόεδρο Ζέλεφ και την Ένωση Δημοκρατικών Δυνάμεων διαταράχθηκαν και ο πρόεδρος επέκρινε δημοσίως την κυβέρνηση Ντιμιτρόφ, ο οποίος είχε επιπλέον τις επικρίσεις του Κινήματος για τα Δικαιώματα και τις Ελευθερίες, το οποίο μαζί με το Σοσιαλιστικό Κόμμα έθεσε ζήτημα εμπιστοσύνης της κυβέρνησης και, μετά από ένα αποτέλεσμα 121-111, η κυβέρνηση Ντιμιτρόφ έπεσε. Έπειτα από περίπλοκες διαβουλεύσεις και την απόρριψη των υποψηφιοτήτων για την πρωθυπουργία, τον Δεκέμβριο του 1992 το Κίνημα για τα Δικαιώματα και τις Ελευθερίες πρότεινε τον ακαδημαϊκό Λιούμπεν Μπέροφ, σύμβουλο του Ζέλεφ, ως πρωθυπουργό. Η Ένωση Δημοκρατικών Δυνάμεων αντέδρασε και οι βουλευτές της απείχαν της ψηφοφορίας, αλλά ο Μπέροφ πήρε ψήφο εμπιστοσύνης. Την ίδια μέρα, το Σοσιαλιστικό Κόμμα και το Κίνημα για τα Δικαιώματα και τις Ελευθερίες ψήφισαν στην εθνοσυνέλευση την απόλυση του πρώην πρωθυπουργού Λουκάνοφ, ο οποίος είχε συλληφθεί με την κατηγορία της υπεξαίρεσης δημοσίου χρήματος. Η ταυτόχρονη αυτή εξέλιξη θεωρήθηκε έμμεση επιβεβαίωση μιας συμφωνίας, η οποία προέβλεπε την υποστήριξη του Μπέροφ από το Σοσιαλιστικό Κόμμα με αντάλλαγμα την εκδίωξη του Λουκάνοφ. Τον Μάρτιο του 1993, κατόπιν εσωτερικών διενέξεων στην Ένωση Δημοκρατικών Δυνάμεων, ένα τμήμα της δημιούργησε τη Νέα Ένωση για Δημοκρατία, ενώ λίγο αργότερα δημιουργήθηκε ένα νέο κόμμα του κέντρου με τίτλο Συμβούλιο για Συνεργασία. Η ένταση ανάμεσα στην Ένωση Δημοκρατικών Δυνάμεων και την κυβέρνηση κορυφώθηκε στα μέσα του 1993, όταν σε μεγάλες διαδηλώσεις που οργάνωσε η αντιπολίτευση, καταγγέλθηκε ο πρόεδρος Ζέλεφ ότι ήθελε να αποκαταστήσει την κομουνιστική διακυβέρνηση και διατυπώθηκε το αίτημα για άμεσες εκλογές. Στα μέσα του 1994, η κυβέρνηση άρχισε τελικά να εφαρμόζει το πρόγραμμα των ιδιωτικοποιήσεων, αλλά εν μέσω επικρίσεων για την απόδοσή της ο Μπέροφ παραιτήθηκε τον Σεπτέμβριο. Λίγο αργότερα, προκηρύχθηκαν εκλογές, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στις 18 Δεκεμβρίου 1994. Σε αυτές το Σοσιαλιστικό Κόμμα, σε συμμαχία με δύο μικρότερα κόμματα, κέρδισε την πλειοψηφία με 125 έδρες (43,5% των ψήφων), ενώ η Ένωση Δημοκρατικών Δυνάμεων απέσπασε 69 έδρες (24,2% των ψήφων). Στα τέλη Ιανουαρίου 1995 σχηματίστηκε η νέα κυβέρνηση με επικεφαλής τον πρόεδρο του Σοσιαλιστικού Κόμματος Ζαν Βίντενοφ. Η Β. συνέχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα σε όλη τη διάρκεια του 1995, ενώ μέχρι τα μέσα του 1996 η κυβέρνηση ταλαντευόταν ανάμεσα στην υιοθέτηση νέων μεταρρυθμίσεων και στην αντιμετώπιση των οξύτατων ελλείψεων σε είδη πρώτης ανάγκης. Τον Ιούνιο του 1996 εμφανίστηκε στη δημοσιότητα και πάλι ο καθαιρεθείς πρώην ηγέτης της Β., Τεοντόρ Ζίβκοφ, ο οποίος από τον Φεβρουάριο του ίδιου χρόνου –με απόφαση του ανωτάτου δικαστηρίου– αφέθηκε οριστικά ελεύθερος, αφού προηγουμένως είχε παραμείνει για αρκετό διάστημα σε κατ’ οίκον περιορισμό. Η κυβέρνηση του Βιντένοφ αντιμετώπισε με ψυχρότητα και την περιοδεία τριών εβδομάδων που πραγματοποίησε στη Β. ο έκπτωτος βασιλιάς Συμεών Β’, στον οποίο επιτράπηκε η επιστροφή ύστερα από 50 χρόνια. Η παρουσία του Συμεών στην πολιτική ζωή της Β. έφερε όμως μια αναπάντεχη εξέλιξη, καθώς αποδείχθηκε το μοναδικό αντίπαλο δέος των κομουνιστών (και νυν σοσιαλιστών). Η δημοτικότητα του έκπτωτου βασιλιά επισφραγίστηκε με τη νίκη του στις βουλευτικές εκλογές του 2001, με την οποία ανέλαβε την πρωθυπουργία και υποσχέθηκε να επιταχύνει τις διαδικασίες ένταξης της χώρας στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Παρ’ όλα αυτά, τον Ιανουάριο του 2002 ορκίστηκε πρόεδρος της δημοκρατίας ο Γκεόργκι Παρβάνοφ, ηγέτης του Σοσιαλιστικού Κόμματος.Οι μοναχοί Κύριλλος και Μεθόδιος, απεσταλμένοι τον 9ο αι. του βυζαντινού κράτους στη Μεγάλη Μοραβία (με θρησκευτική και πολιτική αποστολή), συνέταξαν το αλφάβητο της σλαβικής γλώσσας και μετέφρασαν σε αυτήν τα λειτουργικά κείμενα. Η σύγχρονη βουλγαρική γλώσσα μπορεί να θεωρηθεί συνέχεια της αρχαίας βουλγαρικής, εμπλουτισμένη με πολυάριθμα λεξιλογικά στοιχεία, κυρίως από την τουρκική. Στην αρχή, η βουλγαρική λογοτεχνία ασχολήθηκε περισσότερο με τα θρησκευτικά θέματα, διαρθρωμένα με βάση τα πολιτιστικά πρότυπα του ελληνοβυζαντινού κόσμου. Από την πρώτη βουλγαρική αυτοκρατορία (9ος-10ος αι.), εκτός από τον τσάρο Συμεών, έμειναν γνωστοί μέχρι σήμερα ο επίσκοπος Κωνσταντίνος, συγγραφέας του αρχαιότερου βουλγαρικού ποιητικού κειμένου Προσευχή Αλφαβητική, ο Ιωάννης ο Έξαρχος, συγγραφέας του Εξαημέρου, καθώς και ο μοναχός Χράμπουρ, από τα έργα του οποίου διασώθηκαν μόνο οι Επιστολές. Στη δεύτερη αυτοκρατορία (12ος-14ος αι.), σημειώθηκε η δημιουργία της λογοτεχνικής βουλγαρικής γλώσσας, που οφείλεται στον πατριάρχη Ευθύμιο, ο οποίος γύρω στο 1375 ίδρυσε στο Τίρνοβο μια σημαντική κριτικοφιλολογική σχολή. Με την καθυπόταξη της Β. από τους Τούρκους έσβησε κάθε αυτόνομη πολιτιστική δραστηριότητα και σχεδόν επί τέσσερις αιώνες ο βουλγαρικός πολιτισμός θάφτηκε κάτω από τον οθωμανικό ζυγό. Από τον 16ο έως τον 18ο αι., όμως, άρχισαν να διαδίδονται οι λαϊκές συλλογές κηρυγμάτων (Δαμασκηνά), που μπορούν να θεωρηθούν το προμήνυμα της βουλγαρικής αναγέννησης. Την πρώτη βουλγαρική ιστορία εθνικού και πολεμικού χαρακτήρα, με τίτλο Σλαβοβουλγαρική Ιστορία, έγραψε ο μοναχός του Αγίου Όρους Παΐσιος (1722-1798), ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για τη συγγραφή μιας ολόκληρης σειράς παρόμοιων έργων. Το 1835 γεννήθηκε στο Γκάμπροβο η πρώτη σχολή εθνικής βουλγαρικής γλώσσας και γύρω στο 1840 αναπτύχθηκε η λαϊκή παιδεία. Από το δεύτερο μισό του 19ου αι., οι Βούλγαροι συγγραφείς άρχισαν να επιδίδονται σε ποικίλα λογοτεχνικά είδη (διήγημα, μυθιστόρημα κλπ.), χωρίς όμως να εγκαταλείπουν τα πατριωτικά θέματα. Ο Βασίλ Ντρούμεφ (1841-1901) είναι γνωστός ως συγγραφέας του πρώτου βουλγαρικού μυθιστορήματος: Δύστυχη Οικογένεια. Το 1878, η Β. απελευθερώθηκε από τον οθωμανικό ζυγό χάρη στην επέμβαση των ρωσικών στρατευμάτων. Στην περίοδο που ακολούθησε, η λογοτεχνία εμπνεύστηκε από το πνεύμα της λαϊκής παράδοσης και βρήκε στο πρόσωπο του Ιβάν Βάζοφ (1850-1921), συγγραφέα του μυθιστορήματος Κάτω από τον ζυγό (1889), τον σημαντικότερο εκπρόσωπό της. Στις αρχές του 20ού αι., οι Κράστιγιο Κράστεφ (1886-1919) και Πέντσο Σλαβέικοφ (1886-1912) εισήγαγαν ένα νέο λογοτεχνικό ρεύμα για μια καθαρή τέχνη, απαλλαγμένη από πολιτικοκοινωνικές αναφορές. Η επιρροή της νέας ευρωπαϊκής αισθητικής έγινε αισθητή στη Β. κατά την περίοδο του μεσοπολέμου, με την προοδευτική εξάντληση της πατριωτικής θεματογραφίας και την εμφάνιση μιας λογοτεχνικής αριστεράς, εμπνευσμένης από τα πρότυπα του ρωσικού φουτουρισμού, που πολύ γρήγορα κατέκτησε τον καλλιτεχνικό κόσμο της χώρας. Ανάμεσα στους συγγραφείς αυτής της περιόδου, αναδείχθηκε ο Γκέο Μίλεφ (1895-1925). Μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, το μυθιστόρημα γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση, με τους ρωμαλέους κύκλους έργων των Εμίλιαν Στάνεφ, Γκεόργκι Καρασλάβφ, Ντιμίτρ Ντίμοφ, Ντιμίτρ Τάλεφ, οι οποίοι, ακολουθώντας το ρεαλιστικό ρεύμα, ξαναζωντάνεψαν, με μεγάλες νωπογραφίες, τις αγωνίες και τους αγώνες της προεπαναστατικής περιόδου. Ιδιαίτερα αναπτύχθηκε το ιστορικό μυθιστόρημα, το οποίο αναφέρεται στο παρελθόν του βουλγαρικού λαού, αντλώντας από τη λαογραφία, τη μεσαιωνική ζωγραφική, τους χρονικογράφους και τα λαϊκά αφηγήματα. Στο είδος αυτό διακρίθηκαν οι Άντον Ντόντσεφ, καθώς και ο ίδιος ο Στάνεφ –ο οποίος πέθανε το 1979– με συνεχιστή του έργου του τον Στέφαν Ντίτσεφ. Άλλοι συγγραφείς, όπως οι Κονσταντίν Κονσταντίνοφ, Πάβελ Βερζίνοφ, Νικολάι Ράινοφ, Αντρέι Γκουλάσκι, Κάμεν Κάλσεν και Ιβάλιο Πέτροφ, προτίμησαν να παραμείνουν στα πλαίσια μιας προβληματικής σχετικά με τους όρους που διέπουν τη σύγχρονη ζωή, την αστικοποίηση, τη σχέση μεταξύ της προσωπικής ηθικής και των μεγάλων επαναστατικών αλλαγών. Ξεχωριστή θέση, λόγω της γόνιμης φαντασίας και της εκπληκτικής γλωσσικής μείξης, κατέχουν οι συλλογές διηγημάτων του Νικολάι Χάιτοφ και του Γιόρνταν Ράντικοφ, που θεωρείται από πολλούς ο μεγαλύτερος σύγχρονος Βούλγαρος συγγραφέας, το έργο του οποίου Η κιβωτός του Νώε (1988) –πικρός στοχασμός σχετικά με τη μοίρα του ανθρώπου, που περιέχει εικόνες εξαιρετικά ισχυρού συμβολισμού– μπορεί να θεωρηθεί ένα από τα καλύτερα βιβλία των τελευταίων χρόνων. Άλλα είδη με τα οποία ασχολήθηκαν οι σύγχρονοι Βούλγαροι συγγραφείς είναι η κωμωδία, με κύριους εκπροσώπους τους Κ. Νταμνιάνοφ και Ι. Κούλεκοφ, και το μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας ή μελλοντολογίας, όπου διακρίνονται οι Ρ. Ράλιν και Λιούμπεν Ντίλοφ. Στην ποίηση ξεχωρίζουν οι φλογεροί πολιτικοί στίχοι του Πένγιου Πένεφ, καθώς και η πιο ώριμη ποίηση των Λιούμπομιρ Λέκεν, Βλαντιμίρ Μπάσεφ, Πάβελ Μάτεφ, Μπλάγκα Ντιμίτροβα. Από τη νεότερη γενιά συγγραφέων, που έχουν απομακρυνθεί εδώ και καιρό από τα σχήματα και τους κανόνες της επίσημης κουλτούρας, ξεχωρίζουν οι Μπόρις Κρίστοφ, Βάλερι Πέτροφ, Νικολάι Κάντσεφ και Μιριάνα Μπάσεβα.Από τις απαρχές έως την πρωτοβουλγαρική τέχνη. Η κεραμική αποτελεί την πιο υψηλή έκφραση του βαλκανοδουνάβιου πολιτισμού, που άνθησε στη νεολιθική και την εποχή του ορείχαλκου. Από τον 7ο αι. π.Χ., όμως, η εποχή του σιδήρου άφησε τα σημάδια της παντού. Δίπλα στα χρωματισμένα αγγεία και σε άλλα ελληνικά αντικείμενα, μέσα στους θρακικούς τάφους του Παναγκιουρίστε, του Μπρέζοβο, του Εζέροβο, του Μπούκτσι και στους τάφους των Θρακών δυναστών του Ντουβανλίι (κοντά στη Φιλιππούπολη) ανάμεσα στον 5ο, τον 4ο και τον 3ο αι. π.Χ., εμφανίστηκαν φανταχτερά αντικείμενα από χρυσό, άργυρο και μπρούντζο, με ζωομορφικά διακοσμητικά μοτίβα. Αλλά μολονότι διατήρησε τον ιδιόμορφο τύπο διακόσμησης, η όψη της Θράκης δεν άργησε να δεχθεί την καταλυτική επίδραση του ελληνικού πολιτισμού που διείσδυσε στην περιοχή μέσα από τις ελληνικές αποικίες των ακτών του Εύξεινου Πόντου και του Αιγαίου. Αν και από την αρχιτεκτονική των αρχαίων αυτών ελληνικών πόλεων δεν έμεινε σχεδόν τίποτα, πολυάριθμα είναι τα έργα ελληνικής τέχνης που διασώθηκαν: αρχαϊκές τερακότες, αναθηματικές στήλες, σκαλισμένα ελεφαντόδοντα, γλυπτά, αργυρά και μπρούντζινα αγγεία, αντικείμενα χρυσοχοΐας και κεραμικής. Από την ελληνιστική περίοδο διασώθηκαν ακόμα μαρμάρινα αγάλματα και γλυπτά, κυρίως θρησκευτικού χαρακτήρα, με θρακικά στοιχεία. Εκτός από τις ελληνικές πόλεις, η ενδοχώρα άρχισε να αναπτύσσεται με τον βασιλιά Φίλιππο της Μακεδονίας, ο οποίος ίδρυσε ορισμένες πόλεις, ανάμεσα στις οποίες και τη Φιλιππούπολη (Πλόβντιβ). Έπειτα από αρκετές περιπέτειες, οι Ρωμαίοι ίδρυσαν στην περιοχή ένα προτεκτοράτο, που αντικαταστάθηκε αργότερα από τις επαρχίες της Μοισίας και της Θράκης. Η ίδρυση πόλεων σε όλη την περιοχή υπήρξε έργο των Ρωμαίων, που πρώτα δημιούργησαν τα στρατιωτικά κέντρα και στη συνέχεια τις πολυάριθμες πόλεις κατά μήκος του Δούναβη. Άριστο υπήρξε το ρωμαϊκό οδικό δίκτυο, που απαρτιζόταν από τρεις κύριες αρτηρίες: τη δουνάβια οδό μέχρι τις εκβολές του ποταμού, την κεντρική, που περνούσε από την καρδιά της Βαλκανικής χερσονήσου, και τέλος τη νότια που διέσχιζε τη Μακεδονία και τη νότια Θράκη. Ελάχιστα λείψανα διασώθηκαν από τις ρωμαϊκές πόλεις. Στη Φιλιππούπολη διατηρούνται τμήματα από τα τείχη και τη ρωμαϊκή ζώνη, με μια μεγάλη εγκατάσταση θερμών, και από το στάδιο του 3ου αι. μ.Χ. Λίγα ερείπια απέμειναν στη Σόφια, ενώ έχει διατηρηθεί η εγκατάσταση θερμών στο Χισάρ, κοντά στη Φιλιππούπολη. Από τον 2ο και 3ο αι. μ.Χ., οπότε ο τόπος γνώρισε τη μεγαλύτερη ανάπτυξή του με τη διάδοση του κλασικισμού (αντίγραφο του Έρωτα του Πραξιτέλη στη Νικόπολη), διασώθηκαν το ωραίο μπρούντζινο πορτρέτο του Γορδιανού Γ’ από τη Νικόπολη (Εθνικό Μουσείο της Σόφιας) και η χαρακτηριστική προσωπίδα από μπρούντζο και άργυρο (Μουσείο της Φιλιππούπολης). Σπουδαίος είναι ο θησαυρός από χρυσά, αργυρά και μπρούντζινα νομίσματα της θρακο-ελληνικής, ρωμαϊκής και μεσαιωνικής εποχής. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν, σχετικά με τα έθιμα των εκρωμαϊσμένων βαρβάρων, οι εικόνες που διακοσμούν τον θολωτό τάφο της Σιλίστρα (4ος αι. μ.Χ.). Παρότι οι επαρχίες αυτές ήταν στόχος διαφόρων εισβολέων (3ος αι.) και θέατρο συγκρούσεων ανάμεσα στις αυτοκρατορίες της Δύσης και της Ανατολής, δεν άφησαν να σβήσει η καλλιτεχνική παράδοση. Αυτό φαίνεται στα ευρύχωρα οικοδομήματα, στις ποικίλες μορφές αρχιτεκτονικής και στην εξαιρετικά επιμελημένη τεχνική. Παράδειγμα μας προσφέρουν η βασιλική του Μπούχοβο με τους δύο πύργους στην πρόσοψη, η παλιά μητρόπολη (5ος αι.) της Μεσέβρια (σημερινή Νεσεμπάρ), η βασιλική του Γκόλεμο Μπιέλοβο (6ος αι.), με τρούλο και με στοά στον νάρθηκα, η Αγία Σοφία της Σόφιας (6ος αι.), βασιλική με θόλο και με πιο ψηλό τον κεντρικό νάρθηκα, που εφαρμόστηκε στη βασιλική του Πίρντοπ. Η Σαρδική είχε ήδη πρωτοχριστιανικές εκκλησίες, διακοσμημένες με μωσαϊκά και ένα κυκλικό πλίνθινο κτίσμα, που μετατράπηκε σε εκκλησία του Αγίου Γεωργίου (5ος αι.). Υπάρχουν ακόμα και άλλα δείγματα βασιλικών, αλλά ιδιαίτερα σημαντική είναι η εκκλησία της Περούσιτσα, με κεντρικό θόλο. Με το τέλος της βυζαντινής κυριαρχίας (679), στον θρόνο ανήλθε ο χάνος Ίσπεριχ, ο οποίος και ίδρυσε το πρώτο βουλγαρικό βασίλειο. Τα σημαντικότερα αρχιτεκτονικά έργα αυτής της περιόδου είναι το παλάτι του Κρούμου στην Αμπόμπα-Πλίσκα, το μεγάλο ανάκτορο του Ομορτάγκ, το οχυρό της Μαδάρας και το ανάκτορο του Πρέσλαφ μαζί με τα τείχη. Από τα έργα της πρωτοβουλγαρικής τέχνης σπουδαία θεωρούνται τόσο η μεγαλειώδης συμβολική παράσταση του θριάμβου ενός Βούλγαρου χάνου, Ιππότης που ορμά σε λιοντάρι, σκαλισμένη σε έναν βράχο στη Μαδάρα, όσο και ο θησαυρός του Νάγκι-Σζεντ-Μικλός (Μουσείο της Βιέννης), που βρέθηκε στην Ουγγαρία και περιλαμβάνει χρυσά αντικείμενα με πλούσιες διακοσμήσεις ζωόμορφων παραστάσεων, σύμφωνα με τη συνήθεια των νομάδων. Οι βυζαντινές επιδράσεις. Ο προσηλυτισμός των Βουλγάρων στον χριστιανισμό είχε ως συνέπεια την ανάπτυξη της θρησκευτικής αρχιτεκτονικής. Εξαιρετική είναι η χρυσή εκκλησία του Πρέσλαφ, που ανασκάφθηκε το 1927 και είναι σύνθεση αρχαιότερων ρωμαϊκών και βυζαντινών στοιχείων και μορφών. Η πλούσια διακόσμηση με μαρμάρινες επενδύσεις, πολύχρωμα κεραμικά και ψηφιδωτά συνδυάζεται με τις τοπικές παραδόσεις, που συναντούμε και σε άλλες εκκλησίες του Εύξεινου Πόντου. Τα μοναστήρια γίνονται κέντρα γραμμάτων και τεχνών. Χαρακτηριστικό είναι το μοναστήρι της Πατλέτνα και Πρέσλαφ, όπου διατηρούνται φούρνοι για την εφυάλωση κεραμικών. Μεταξύ 972 και 1186 η Β. βρέθηκε υπό τη βυζαντινή ηγεμονία, ενώ η τέχνη αναπτύχθηκε στις αυλές των Κομνηνών και των Μακεδόνων αυτοκρατόρων. Το Πρέσλαφ έγινε στρατηγική έδρα, τα μοναστήρια πολλαπλασιάστηκαν, τα αρχιτεκτονικά σχέδια και τα διακοσμητικά πρότυπα ήρθαν από την Κωνσταντινούπολη. Χαρακτηριστικές είναι οι διώροφες εκκλησίες στο Μπάσκοβο, η εκκλησία του Ιωάννη Ασάν Β’ στο Ασάνοφγκραντ (η αρχαία Στενήμαχος) και η εκκλησία της Μποϊάνα στη Σόφια. Το Τίρνοβο έγινε η πρωτεύουσα των τεχνών και των γραμμάτων, κέντρο ενός δημιουργικού κινήματος που εξαπλώθηκε στη Σερβία και στη Ρωσία. Το αριστούργημα της σχολής του Τίρνοβο είναι η εκκλησία της Μποϊάνα, που χρονολογείται από το 1259. Οι νεότερες νωπογραφίες της έχουν επικαλύψει τις παλαιότερες και εντυπωσιάζουν για την ξεχωριστή έκφραση κάθε προσώπου, την αίσθηση της ανθρωπιάς και της γλυκύτητας, τις ρεαλιστικές λεπτομέρειες, τα τοπικά ήθη. Οι τοιχογραφίες που απέμειναν από την εκκλησία των Τεσσαράκοντα Μαρτύρων στο Τίρνοβο (χτισμένη από τον Ιωάννη Ασάν Β’ το 1230), φαίνεται να προέρχονται από μικρογραφίες του 12ου αι. κατά την κωνσταντινουπολίτικη παράδοση. Τον 14ο αι., η λιτότητα της κλασικής βυζαντινής τέχνης αντικαταστάθηκε από ένα υπερβολικό και κραυγαλέο πάθος και από έναν μεγαλοπρεπή ρυθμό, με δυτικές επιδράσεις. Είναι η εποχή του μεγάλου τσάρου Ιβάν Αλεξάνδρου, των μοναστηριών του Θεοδοσίου και του Γρηγορίου του Σιναΐτη, που επισκέπτονταν συχνά την Κωνσταντινούπολη και έδωσαν βυζαντινό χαρακτήρα στον σύγχρονο πολιτισμό του Τίρνοβο. Η αρχιτεκτονική είναι μικροδιάστατη, με εκλεπτυσμένες μορφές, προσεκτική στις λεπτομέρειες, στην εναλλαγή πέτρας και τούβλου, στην εξωτερική διακόσμηση. Τα μνημεία του 14ου αι. διακρίνονται σε διάφορες ομάδες. Στην πρώτη ανήκει η απόκρημνη εκκλησία του Ιβάνοβο, κοντά στη Ρούσε, που παρουσιάζει αναλογίες με το Καχριέ Τζαμί της Κωνσταντινούπολης. Η δεύτερη ομάδα εμπνέεται από την αρχαϊκή προεικονοκλαστική παράδοση, της οποίας διατηρεί τον εικονογραφικό τύπο, τα διακοσμητικά μοτίβα και το ύψος. Στο Ζέμεν η αφήγηση εκτυλίσσεται σε συνεχείς σκηνές με τη ζωντανή λαϊκή τεχνοτροπία. Στην τρίτη ομάδα κατατάσσονται συνήθως τα έργα που κατέχουν ενδιάμεση θέση και αντιπροσωπεύουν τη συγχώνευση των δύο προηγούμενων καλλιτεχνικών ρευμάτων. Στο Μπάτσκοβο, στο διώροφο παρεκκλήσιο του 11ου-12ου αι., στον νάρθηκα του ισογείου υπάρχει η προσωπογραφία του Ιβάν Αλεξάνδρου, άρχοντα του Μπάτσκοβο. Ανάλογη είναι η εικόνα του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστή, στο Νεσεμπάρ (Προσωπογραφία του γέροντα δωρητή). Στον τρούλο του Αγίου Γεωργίου της Σόφιας, ο Παντοκράτωρ και οι Προφήτες είναι εκστατικές μορφές. Οι φόρμες του παραφορτωμένου βυζαντινού ρυθμού επαναλαμβάνονται, γίνονται βαρύτερες και σχηματοποιούνται στις εικόνες του θόλου της εκκλησίας των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου στο Τίρνοβο. Τουρκική κυριαρχία και τέχνη. Όσο προχωρούμε χρονολογικά τόσο περισσότερο γίνεται λόγος για ζωγραφική παρά για αρχιτεκτονική, και αυτό εξαιτίας της πολιτικής κατάστασης που δημιουργήθηκε μετά την τελευταία άνθηση του 14ου αι. Οι μικρές εκκλησίες με ένα κλίτος, που χτίστηκαν τον 15ο αι., εξωτερικά δεν ξεχωρίζουν από τα πιο ταπεινά αστικά σπίτια, ενώ στο εσωτερικό είναι διακοσμημένες με εικόνες σύμφωνα με την παλιά παράδοση. Ύστερα από τη λαμπρή άνθηση των δύο βασιλείων, άρχισε ο πραγματικός Μεσαίωνας για τη Β., που τέθηκε υπό τουρκική κατοχή (1393-1878). Μεμονωμένες δυτικές επιδράσεις, καθώς και το μπαρόκ, διείσδυσαν ωστόσο ακόμα και σε αυτό τον κλειστό κόσμο. Πολύ πλούσια εξακολούθησε να είναι η παραγωγή εικόνων, βυζαντινής παράδοσης μεν, αλλά χαρακτηριστικές του σλαβικού κόσμου, και ιδιαίτερα του ρωσικού. Η παραγωγή αυτή υπήρξε κατά μεγάλο μέρος λαϊκή, αλλά και επηρεασμένη από την τέχνη της τελευταίας περιόδου της αυτοκρατορίας. Από τις πιο αξιόλογες είναι η Οδηγήτρια (14ος αι.), που σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο της Σόφιας. Της ίδιας εποχής είναι η εικόνα με δύο όψεις: η Παναγία και ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος στην μπροστινή όψη και το Όραμα του Ιεζεκιήλ στην πίσω όψη, καθώς και η εικόνα Ελεούσα της Μεσεμβρίας. Ανάμεσα στις μικρογραφίες, αξιομνημόνευτες είναι το Ευαγγέλιο του Παπά Ντομπρέικο, του 13ου αι. (Εθνική Βιβλιοθήκη Σόφιας), ένα δείγμα του αγνού ρεαλισμού του λαϊκού ρεύματος, η βουλγαρική μετάφραση του Χρονικού του Μανασσή, του 1345 (Βιβλιοθήκη του Βατικανού), το Ευαγγέλιο του Τσάρου Ιβάν Αλεξάνδρου του 1356 (Βρετανικό Μουσείο) και το Βουλγαρικό Ψαλτήριο της Μόσχας, του 14ου αι. Η τουρκική κυριαρχία λειτούργησε ανασταλτικά στην ανάπτυξη της τέχνης, η οποία δεν είχε δυνατότητα ανανέωσης ακόμα και στους τόπους όπου είχαν γίνει δημιουργικά κέντρα. Με τη Συνθήκη της Αδριανούπολης του 1829, που αναγνώρισε επίσημα τη θρησκευτική ελευθερία των χριστιανικών λαών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, εκδηλώθηκε κάποια κίνηση στη θρησκευτική αρχιτεκτονική, που εγκατέλειψε τον τύπο του σταυροειδούς ναού και στράφηκε προς τον τύπο της βασιλικής με τρεις νάρθηκες. Το πιο επιβλητικό βουλγαρικό μοναστήρι είναι η μονή της Ρίλα (έργο του Μάιστορ Πάβελ, Βούλγαρου από τη Μακεδονία), που ανοικοδομήθηκε μετά τις μεγάλες καταστροφές που έπαθε με την πυρκαγιά του 1833. Τότε σώθηκε μόνο ο πύργος του σεβαστοκράτορα Χρελ Ντομπάβολα (14ος αι.), όπου πρόσφατα ανακαλύφθηκαν σπουδαίες τοιχογραφίες της εποχής, που εκτός από τους Έξι Αποστόλους παριστάνουν μια Σκηνή Μουσικής και Χορού με στοιχεία τυπικά βαλκανοσλαβικά. Η μονή Πρεομπραζένσκι κοντά στο Τίρνοβο είναι ένα δείγμα της ξύλινης αγροτικής αρχιτεκτονικής. Πολλά μοναστήρια και χωριά υπήρξαν πολιτιστικά και καλλιτεχνικά κέντρα, όπου αναπτύχθηκαν σχολές ζωγραφικής. Ιδρυτής της σχολής του Σαμόκοφ, που έδρασε τον 18ο και 19ο αι., υπήρξε ο Χρίστο Ντιμιτρόφ από το Ντόσπεϊ, που μαθήτευσε στο Άγιον Όρος και στη Βιέννη στα τέλη του 18ου αι. και κληροδότησε στους γιους του την τέχνη του. Ο ανιψιός του Στανισλάφ Ντοσπέφσκι, εκπαιδευμένος στη Ρωσία, υπήρξε δημιουργικότατος ζωγράφος εικόνων, προσωπογράφος και τοπιογράφος. Ο Ζαχάρι Ζογκράφοφ φιλοτέχνησε τις τοιχογραφίες του Αγίου Νικολάου στο Μπάτσκοβο το 1841. Η τέχνη του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Με την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό, η Β. προέβαλε ως ένα σύγχρονο κράτος, που επιδόθηκε στην ανέγερση δημόσιων κτιρίων, ιδίως στην πρωτεύουσα Σόφια, που από μικρό κέντρο μεταβλήθηκε γρήγορα σε μεγαλούπολη. Αλλά οι οικοδομές απηχούν τον ρηχό ακαδημαϊσμό της εποχής, με πιο ενδεικτικό παράδειγμα τη μεγάλη εκκλησία του Αλεξάνδρου Νιέφσκι, σχεδιασμένη από τον Ρώσο αρχιτέκτονα Α.Ν. Πομεράντσεφ, στη μνήμη των Ρώσων που έπεσαν στον πόλεμο του 1878. Έτσι, η Β. βρέθηκε ξαφνικά μακριά από τις τοπικές σχολές που ήταν δεμένες με τη βυζαντινή παράδοση και μπροστά σε πολύπλοκες καλλιτεχνικές τάσεις που είχαν ωριμάσει στην Ευρώπη (προ-ραφαηλισμός στον Γκ. Γκεοργκίεφ, νεο-ιμπρεσιονισμός στον Ν. Πετρόφ, εξπρεσιονισμός στον Μάιστορ Βλαντιμίρ Ντιμιτρόφ). Πιο νατουραλιστικούς τρόπους και θέματα περιλαμβάνει το έργο του Νικόλα Πάρλοβιτς, ενώ εμφανίζονται και πάλι προσωπογράφοι όπως ο Ι. Μαρκβίτσκα, ο Α. Μίτοφ, ο Ι. Ανγκέλοφ και ο Γιαροσλάβ Βέτσινε. Κατά τη μεσοπολεμική περίοδο, ορισμένοι καλλιτέχνες, υπό την επιρροή δυτικών ρευμάτων, προχώρησαν σε διάφορους πειραματισμούς. Τότε ιδρύθηκε και η Ένωση των Νέων Καλλιτεχνών, η οποία συγκέντρωσε ζωγράφους και γλύπτες που αντιδρούσαν στους ακαδημαϊκούς κανόνες και αντλούσαν τα θέματά τους από τη ζωή και τον μόχθο του λαού. Εκτός από τον Μάιστορ Ντιμιτρόφ, διακρίθηκαν ο Νένκο Μπαλκάνσκι και ο Χρίστο Σάντσεφ, γνωστός και ως τοπιογράφος· ο Ιλία Πετρόφ ιστορούσε τα επεισόδια της εξέγερσης των χωρικών του 1923, ο Στόγιαν Βένεφ, ένας από τους αυθεντικότερους εκπροσώπους της πολιτικής γελοιογραφίας και εικονογράφος βιβλίων, ζωγράφιζε και σκηνές από τους αγώνες του λαού στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Μετά τον τελευταίο πόλεμο παρατηρήθηκε μια ανανέωση στις καλλιτεχνικές δραστηριότητες και εκδηλώσεις, που αντανακλούσαν τις λαϊκές παραδόσεις και την επιρροή της σοβιετικής ζωγραφικής και γλυπτικής. Μερικοί καλλιτέχνες, όμως, υιοθέτησαν στάση πιο αυτόνομη απέναντι σε εκείνο τον τύπο ρεαλισμού, μολονότι οι ρεαλιστικές σκηνές είναι οι πιο διαδεδομένες και αυτές που χάρισαν γόητρο σε ζωγράφους όπως ο Παναγιότ Παναγιότοφ, ο Βλαντιμίρ Ντιμιτρόφ, ο Βασίλ Στόιλοφ και ο Π. Πετρόφ. Το 1964, ύστερα από δεκαπεντάχρονη απουσία, οι Βούλγαροι καλλιτέχνες εμφανίστηκαν και πάλι στην Μπιενάλε της Βενετίας, παρουσιάζοντας κάποιο νέο όραμα, όπως στις αρχαίες πόλεις με την ονειρική λευκότητα του Ντέτσκο Ουζούνοφ και στα πιο ελεύθερα χρωματισμένα τοπία του Νάιντεν Πετκόφ ή του Σβέτλιν Ρούσεφ.Βαλκανικές παραδόσεις και οθωμανικές επιδράσεις. Ο βουλγαρικός λαός στη νεότερη ιστορία εμφανίζεται ιδιαίτερα επηρεασμένος από διάφορους πολιτισμούς και κυρίως από τον οθωμανικό. Πολλές από τις παλαιότερες παραδόσεις του παραποιήθηκαν, πράγμα που ενθάρρυνε την τάση εξευρωπαϊσμού, η οποία είναι έντονη στον βουλγαρικό λαό. Οι Βούλγαροι, όπως και οι άλλοι βαλκανικοί λαοί, λατρεύουν τον χορό και το τραγούδι. Εθνικός τους χορός είναι ο horo, παρόμοιος με τον ρουμανικό horo και τον γιουγκοσλαβικό kolo. Τα τραγούδια έχουν τον ίδιο νοσταλγικό τόνο των ρωσικών τσιγγάνικων τραγουδιών, αλλά θυμίζουν και τα καλύτερα πορτογαλικά fados, που είναι συγχρόνως ορμητικά και απαλά. Μέχρι σήμερα έχουν καταγραφεί πάνω από 30.000 τραγούδια, λυρικά, επικά, θρησκευτικά και μπαλάντες. Επικός ήρωας των Βουλγάρων είναι ο Κράλι Μάρκο (ο βασιλιάς Μάρκος), που είναι παρών και στα σερβικά μοιρολόγια. Πολλά επίσης είναι τα άσματα που είναι αφιερωμένα στους χαϊντούκους, τους σκληρούς και γενναιόφρονες κλέφτες, πατριώτες και καρδιοκατακτητές, προσωποποίηση της ηρωικής κλεφτουριάς που εμψύχωνε τον λαό στους αιώνες της τουρκοκρατίας. Οι Βούλγαροι είναι χριστιανοί ορθόδοξοι στη μεγάλη τους πλειοψηφία. Παρ’ όλα αυτά, η θρησκευτική συνείδηση των κατοίκων μακρινών χωριών εξασθενεί, ενώ τελετουργίες και δοξασίες ειδωλολατρικές και πρωτοσλαβικές διατηρούν ακόμα τη σπουδαιότητά τους, παρά την υιοθέτηση της χριστιανικής θρησκείας. Η πιο χαρακτηριστική από τις τελετουργίες είναι η φωτιά που ανάβεται την παραμονή της Σαρακοστής και είναι, εκτός των άλλων, σύμβολο της ζωής και της γονιμότητας. Η προετοιμασία της γιορτής αρχίζει από νωρίς. Οι νέοι πηγαίνουν στα δάση και φτιάχνουν τόξα από σφεντάμι και την παραμονή της Σαρακοστής συγκεντρώνονται όλοι σε ένα ύψωμα όπου ανάβουν πελώριες φωτιές. Τότε οι νέες βγαίνουν στα παράθυρά τους, οι νέοι πηδούν πάνω από τις φωτιές, ανάβουν τα βέλη τους και τα εξακοντίζουν προς τις αγαπημένες τους. Ύστερα από αυτό ανάβουν μεγάλους πυρσούς και γυρίζουν σε πομπή το χωριό. Τα Χριστούγεννα, πάλι, βάζουν φωτιά σε ένα μεγάλο κούτσουρο και το αφήνουν να σπιθοβολά όλη τη νύχτα, φροντίζοντας να μη σβήσει ούτε στιγμή μέχρι το πρωί. Ο ερχομός της άνοιξης εορτάζεται στη Β. με τη γιορτή των kukkeri (από την ελληνική λέξη κούκλα, που σημαίνει μεταμφιεσμένος άνθρωπος). Την Κυριακή πριν από τη Σαρακοστή οι νέοι του χωριού συγκεντρώνονται ανά δέκα ή δεκαπέντε και μεταμφιέζονται. Σχηματίζεται μια πομπή στην οποία παίρνει μέρος και η kukkeritza, δηλαδή ένας άντρας ντυμένος γυναικεία, σύμφωνα με το έθιμο του αρχαίου ελληνικού θεάτρου. Η πομπή διασχίζει το χωριό αυτοσχεδιάζοντας παραστάσεις εύθυμες και μερικές φορές σατιρικές. Η κύρια τελετή γίνεται το βράδυ στην κεντρική πλατεία του χωριού. Οι κάτοικοι εκλέγουν τον βασιλιά, έναν νέο μεταμφιεσμένο σε γέρο, που ύστερα από ένα γερό φαγοπότι σύρεται στα χωράφια, κρατώντας στα χέρια έναν ξύλινο κάδο γεμάτο σπόρους που τους ρίχνει σε αυλάκια ανοιγμένα με το αλέτρι. Η τελετή τελειώνει με τον συμβολικό φόνο του βασιλιά, που ενσαρκώνει το πνεύμα της βλάστησης. Μεγαλύτερη σπουδαιότητα έχουν οι χριστουγεννιάτικες γιορτές, που σε μερικά μέρη αρχίζουν από τις 20 Δεκεμβρίου με τη γιορτή του Αγίου Ιγνατίου. Τις ημέρες των Χριστουγέννων οι νέοι γυρίζουν στο χωριό σε ομάδες τραγουδώντας τα κάλαντα (kolede). Κάθε ομάδα αποτελείται από έναν γέροντα ή μια γερόντισσα, που ονομάζονται αντίστοιχα στάρετς και μπάμπα, έναν μουσικό που παίζει γκάιντα, έναν συλλέκτη μποναμάδων, τέσσερις τραγουδιστές και άλλα πρόσωπα που ονομάζονται γάτοι γιατί μιμούνται το νιαούρισμα των γάτων. Οι γιορτές συνεχίζονται μέχρι την Πρωτοχρονιά, οπότε άλλες ομάδες γυρίζουν τα σπίτια του χωριού μοιράζοντας ευχές. Εκείνη την ημέρα ευλογούνται τα ζωντανά, το σπίτι, το τζάκι, ανάβονται μεγάλες φωτιές και τα εργαλεία της δουλειάς συγκεντρώνονται στην τραπεζαρία. Η βουλγαρική λαϊκή ενδυμασία, η πλουσιότερη και πιο ποικίλη των βαλκανικών χωρών, έχει υποστεί τα τελευταία χρόνια αλλαγές για να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της σύγχρονης ζωής και από πολλές απόψεις έχει χάσει την αρχική της μορφή. Από τις αντρικές ενδυμασίες η αρχαιότερη, η λεγόμενη λευκή, έχει πια εκλείψει. Περιλάμβανε ένα παντελόνι μακρύ και στενό, καθώς επίσης πουκάμισο και γιλέκο με κεντήματα εκπληκτικής ομορφιάς. Αντίθετα, η μαύρη ενδυμασία, που φοριέται στην ανατολική Β., έχει προσαρμοστεί στις σημερινές συνθήκες και περιλαμβάνει το ποτούρι, παντελόνι πολύ φαρδύ στο επάνω μέρος το οποίο στενεύει φτάνοντας στους αστραγάλους καθώς κι ένα είδος γιλέκου, στολισμένου με πολλά σιρίτια. Από τις γυναικείες ενδυμασίες, διατηρούνται ακόμα το σουκμάν και η σάγια, που τροποποιούνται συνέχεια ανάλογα με τις απαιτήσεις της μόδας, τις ατομικές προτιμήσεις καθώς και τις καθημερινές ανάγκες. Το σουκμάν χρησιμοποιείται ιδίως στις ορεινές περιοχές και στη νοτιοανατολική Θράκη. Διακρίνεται για τον μαύρο ή μπλε χιτώνα, που ονομάζεται ακριβώς σουκμάν, είναι στολισμένος με πλούσιες δαντέλες και κατεβαίνει μέχρι τα γόνατα. Η σάγια είναι διαδεδομένη κυρίως στο νότιο τμήμα της χώρας και διακρίνεται από την καζάκα που φοριέται πάνω από το πουκάμισο και αυτή ακριβώς ονομάζεται σάγια. Η σάγια φτάνει μέχρι το γόνατο και έχει μανίκια μακριά ή κοντά και συμπληρώνεται από ένα μαντίλι (μαράχμα), με κόκκινη μπορντούρα που σκεπάζει τις πλάτες.Η βουλγαρική κουζίνα διαθέτει ποικιλία γεύσεων. Χαρακτηρίζεται από δύο βασικά στοιχεία: τα κηπευτικά, που η εύφορη γη παράγει σε μεγάλες ποσότητες, και τα κάθε λογής μπαχαρικά, που νοστιμίζουν όλα τα πιάτα δίνοντάς τους από μια χαρακτηριστική μυρωδιά. Εξαιρετικά είναι τα ορεκτικά (ιδίως το ταρατόρ με βάση το γιαούρτι), το κρέας στη σχάρα (κεμπάπσα), τα εύγευστα ζυμαρικά και το τυρί κασκαβάλι. Το καλοκαίρι υπάρχουν άφθονα και θαυμάσια φρούτα. Ωστόσο, εξαιρετικά είναι και τα κονσερβοποιημένα ροδόφυλλα, βερίκοκα κ.ά. Τα πιο τυπικά γλυκά, μολονότι σχεδόν ίδια με τα τουρκικά, είναι το ταχάν χαλβά, τα λουκούμια κ.ά. Τα λευκά, ροζέ και κόκκινα κρασιά είναι πολλών ειδών και ποιοτήτων. Ξεχωρίζουν τα κρασιά της Παμίντε, του Τίρνοβο και της Κοιλάδας των Ρόδων. Τα πιο διαδεδομένα ποτά είναι η ρακιά (ρακί) και η σλίβοβα, ρακί από δαμάσκηνα.Η Β. θεωρείται γενικά πέρασμα για τους Δυτικοευρωπαίους, ιδιαίτερα για όσους θέλουν να φτάσουν μέχρι την Κωνσταντινούπολη ή τη Μικρά Ασία. Έτσι, ο τουρίστας ικανοποιείται συνήθως με όσα μπορεί να δει διασχίζοντας τη διεθνή οδό που περνά από τη Σόφια και τη Φιλιππούπολη και φτάνει μέχρι την Αδριανούπολη (Εντιρνέ). Ωστόσο, η Β., δίχως να προσφέρει εξαιρετικά αξιοθέατα, έχει να επιδείξει πολλά πέρα από τις γραφικές της ακρογιαλιές στον Εύξεινο Πόντο, που τα τελευταία χρόνια προσελκύουν όλο και περισσότερους τουρίστες. Αρκούν 15 ημέρες για μια αρκετά ολοκληρωμένη επίσκεψη της χώρας, που το προτιμότερο είναι να γίνει τον Ιούνιο ή τον Σεπτέμβριο, γιατί ο Ιούλιος και ο Αύγουστος είναι αρκετά θερμοί μήνες. Από την Αθήνα υπάρχουν καθημερινές πτήσεις για τη Σόφια (διάρκεια πτήσης περίπου 1 ώρα). Επίσης, με το τρένο υπάρχουν καθημερινές αναχωρήσεις για τη Σόφια από την Αθήνα με σταθμούς: Λάρισα – Θεσσαλονίκη – Προμαχώνα – Κούλα – Σόφια (1 ημέρα ταξίδι). Επίσης, γίνονται συχνά οργανωμένες εκδρομές με πούλμαν για τη Σόφια. Η χώρα είναι μικρή και οι αποστάσεις ανάμεσα στα σπουδαιότερα κέντρα, που διαθέτουν και καλά ξενοδοχεία, μπορούν να καλυφθούν στη διάρκεια μίας ημέρας. Για μια σύντομη επίσκεψη στη χώρα αξίζει να προγραμματίσει ο επισκέπτης ένα δρομολόγιο κυκλικό, ξεκινώντας από τη Σόφια, προς την οροσειρά της Ροδόπης και μετά συνεχίζοντας για τη Φιλιππούπολη, την Κοιλάδα των Ρόδων, το στενό της Σίπκα, το Τίρνοβο, τη Σούμλα και τη Βάρνα, με επιστροφή στη Σόφια διασχίζοντας τη Στάρα Ζαγόρα, το Καζανλάκ, τη Ζλάτιτσα, είτε περνώντας από τη Ρούσε, τη Σούμλα (σημερινό Κολάροφγκραντ) και την Πλέβνα. Από τη Σόφια στη Ροδόπη. Η περιήγηση της Σόφιας μπορεί να γίνει σε δύο ή τρεις μέρες. Στην πρωτεύουσα αξίζει να επισκεφθεί κανείς τις ορθόδοξες εκκλησίες (Άγιος Γεώργιος, Άγιος Νικόλαος, μητροπολιτικός ναός του Αλέξανδρου Νιέφσκι), τα τζαμιά Μπάνια-Μπάσι, την περιοχή των μνημείων με τα βασιλικά ανάκτορα και τα μουσεία (αρχαιολογικό, εθνογραφικό και φυσικής ιστορίας). Κοντά στην πρωτεύουσα υψώνεται ο ορεινός όγκος της Βίτοσα, όπου οδηγεί ένας πολύ καλός δρόμος καθώς και ένα τελεφερίκ, που καταλήγει μπροστά σε μερικά ξενοδοχεία-εστιατόρια, απ’ όπου προσφέρεται ένα εκτεταμένο πανόραμα της πόλης. Στη διάρκεια της διαδρομής είναι απαραίτητη μια επίσκεψη στην περίφημη εκκλησία της Μποϊάνα, με τις πολύτιμες τοιχογραφίες της. Στη διαδρομή για τον ορεινό όγκο της Ρίλα, ο επισκέπτης μπορεί να περάσει από τη βιομηχανική πόλη Πέρνικ, το Ραντομίρ (μοναστήρι σε απόσταση 10 χλμ. από το Ζέμεν) για να καταλήξει στη Στάνκε (βιομηχανική πόλη) και μετά στο φημισμένο μοναστήρι της Ρίλα. Ξαναπαίρνοντας τον δρόμο που περνά δίπλα από τον Στρυμόνα, συναντά κανείς προς τα νότια το Μενλίκ, ένα μικρό κέντρο με πολλές εκκλησίες και το γειτονικό μοναστήρι του Ρόζεν κοντά στα ελληνικά σύνορα. Ο δρόμος της επιστροφής για τη Σόφια περνά από την ψηλή κοιλάδα του Μέστα (Νέστου), όπου αξίζει μια επίσκεψη στα δύο γραφικά κέντρα Ράζλοκ και Μπάνσκο (τα τυπικά παλιά σπιτάκια), και στη συνέχεια από τη Γιακορούντα, το Βέλινγκραντ και το Παζαρντζίκ μέχρι τη Φιλιππούπολη. Εκεί μπορεί ο επισκέπτης να φτάσει συντομότερα περνώντας από το Στάνκε και το Σαμόκοφ. Η Φιλιππούπολη (Πλόβντιβ) είναι μια ενδιαφέρουσα πόλη με τους περιπάτους πλάι στον Έβρο, τα γραφικά της σπίτια και τα τζαμιά της στο παλαιό τμήμα, το μουσείο, τα σπίτια του 18ου αι., τα μνημεία και τις βιομηχανίες της. Από τη Φιλιππούπολη ο ταξιδιώτης μπορεί να προγραμματίσει μια περιοδεία στην οροσειρά της Ροδόπης περνώντας από το Ασάνοφγκραντ (κοντά του η εκκλησία της Παναγίας του Πέτριτς και ανάμεσα από το φαράγγι της Τσεπελάρσκα, μονή του Μπάτσκοβο), το Νάρετσεν (ιαματικά νερά), το Προγκλέντ (με παρέκκλιση προς το ορεινό θέρετρο του Παμπόροβο), το Σμόλιαν-Ράικοβο (με μουσείο της Ροδόπης), το Καρντζαλί και το Χάσκοβο (μεταλλικά νερά κλπ.), κοντά στην κοιλάδα του Έβρου. Η Κοιλάδα των Ρόδων και η οροσειρά του Αίμου. Η μετάβαση στην οροσειρά του Αίμου μπορεί να γίνει με αφετηρία τη Σόφια, διαμέσου της ζώνης ορυχείων χαλκού του Πιρντόκ και της Κοπρίβστιτσα, μέχρι την Κοιλάδα των Ρόδων (την οποία καλύτερα να επισκεφθεί κανείς τον Μάιο, την εποχή της συγκομιδής). Στη Φιλιππούπολη μπορεί να φτάσει ο ταξιδιώτης επίσης περνώντας από τη Χισάρια (θερμά λουτρά). Το κύριο κέντρο της περιοχής είναι το Καζανλάκ (βιβλιοθήκη της Ίσκρα και θρακικοί τάφοι). Μικρότερο ενδιαφέρον προσφέρουν το Κάρλοβο και το Βάζοφγκραντ, απ’ όπου ωστόσο μπορεί κανείς να φτάσει στον Αίμο μέσα από το γραφικό πέρασμα του Τροϊάν και να επισκεφθεί στη συνέχεια το ομώνυμο μοναστήρι και το Λόβετς –εκεί κοντά βρίσκονται και τα σπήλαια του Ντεβετάκι– για να φτάσει μετά στο Γκάμπροβο ή στο Τίρνοβο. Από το Καζανλάκ μπορεί να περάσει στον λόφο της Σίπκα (μνημείο της Ελευθερίας) και κατόπιν να κατηφορίσει προς το Γκάμπροβο, προχωρώντας μέχρι το Τίρνοβο, την ιστορική πόλη της Β., χτισμένη σε γραφικότατο σημείο στον ποταμό Γιάντρα, ενδιαφέρουσα για τα σπίτια της του 18ου αι., τις εκκλησίες, τους οχυρωμένους ναούς, το μουσείο και την αρχαία πόλη πάνω στα οχυρά υψώματα της Τραπέζιτσας. Στη γύρω περιοχή υπάρχουν αρκετά μοναστήρια. Τα πιο σπουδαία και ενδιαφέροντα από αυτά βρίσκονται στον δρόμο για τη Ρούσε ή την Πρέσλαφ. Οι παραλίες του Εύξεινου Πόντου και ο Δούναβης. Από το Τίρνοβο υπάρχει πρόσβαση στις ακτές του Εύξεινου Πόντου, στη Βάρνα, περνώντας από το Πρέσλαφ, στο Κολάροφγκραντ (πρώην Σούμλα) και στη γειτονική Μαδάρα, που είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες τοποθεσίες της Β. Μετά το Νόβι Παζάρ, στη γειτονική Πλίσκα (υπάρχουν λείψανα της πρώτης βουλγαρικής πρωτεύουσας) και μετά από μία επίσκεψη στους παράξενους μονόλιθους του Ντικίλιτας, ο δρόμος καταλήγει στη Βάρνα, ζωηρή και ενδιαφέρουσα πόλη (λείψανα της ρωμαϊκής ακρόπολης, μουσεία, εκκλησίες, παραλίες), από το λιμάνι της οποίας ξεκινούν πολλά πλοία για την Οδησσό. Επί του παραλιακού δρόμου υπάρχει η λουτρόπολη Ντρούζμπα και η Ζλάτνι Πιασέτσι, σε μικρή απόσταση από την οποία βρίσκεται το μοναστήρι της Αλάτζα. Άλλες λουτροπόλεις βρίσκονται γύρω από το Μπάλτσικ. Στα νότια της Βάρνας, μετά τις εκβολές του ποταμού Καμπσίγια, υπάρχει η περιοχή της Μπιάλα (εξαίρετα κρασιά) και το Ομπζόρ (ωραία παραλία και λείψανα ρωμαϊκού ναού), ενώ στη συνέχεια ξεχωρίζουν η περίφημη λουτρόπολη του ακρωτηρίου Εμίνε (Σλάντσεφ-Μπρατζ), το γραφικό ψαροχώρι του Νέσεμπαρ (πλούσιο σε αρχαίες βυζαντινές εκκλησίες) και το Πομόριγε, που φημίζεται για τα κρασιά του και τα ιαματικά του λουτρά. Η Μπουργκάς (Πύργος) βρίσκεται πλέον κοντά. Η πόλη είναι ιδιαίτερα βιομηχανική και δεν προσφέρει πολλά αξιοθέατα. Προς το νότο μπορεί ο ταξιδιώτης να φτάσει μέχρι τη Σωζόπολη και ακόμα πιο πέρα, ακολουθώντας τον δρόμο που περνά ανάμεσα από τη θάλασσα και τα τελευταία υψώματα της Στράντζα Πλάνινα. Από την Μπουργκάς υπάρχει δρόμος επιστροφής στη Σόφια μέσω του Σλίβεν, του Καζανλάκ και της Ζλάτιτσα (ή ξανά μέσω της Στάρα Ζαγόρα και της Φιλιππούπολης). Μπορεί ακόμα να επισκεφθεί κανείς την περιοχή που διασχίζει ο Δούναβης, επιστρέφοντας στη Βάρνα και φτάνοντας στη Σιλίστρα ή πηγαίνοντας κατευθείαν στο Ραζγκράντ και στο Ρούσε, ενδιαφέρουσα κωμόπολη στην απέναντι όχθη του ποταμού. Στη συνέχεια, μέσω του Πλέβεν, γίνεται η επιστροφή στη Σόφια. Η επίσκεψη στην περιοχή μπορεί να ολοκληρωθεί με μία σύντομη στάση στο Βιδίνιο (αφετηρία των ποταμόπλοιων του Δούναβη). Αντί να πάρει κανείς τον δημόσιο δρόμο, είναι προτιμότερο να ακολουθήσει ένα ενδιαφέρον δρομολόγιο διαμέσου των φαραγγιών του Ισκάρ, περνώντας από τη Βράτσα (θρακικός τάφος και σπήλαιο Λεντένικα), τη Βερκοβίτσα (γραφικό τοπίο) και το Μπελογκρατσίκ (τουρκική ακρόπολη και ενδιαφέρον εθνολογικό μουσείο). Λαϊκές εκδηλώσεις και φολκλόρ. Περνώντας τις θερινές διακοπές στη Βάρνα, ο ταξιδιώτης έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει λαϊκές γιορτές με παραστάσεις μπαλέτου και άλλες τοπικές εκδηλώσεις που οργανώνονται για τους τουρίστες. Στις πρώτες μέρες του Ιουλίου, στο Πιρίν και στη Ροδόπη γίνονται εκδηλώσεις με λαϊκούς χορούς και τραγούδια. Μεγάλες λαϊκές γιορτές γίνονται στις 3 Μαρτίου (επέτειο της απελευθέρωσης) και την Πρωτομαγιά. Στις 24 Ιουνίου σε όλες τις βουλγαρικές πόλεις εορτάζονται οι άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος. Σε όλα τα τουριστικά κέντρα βρίσκει κανείς τα χαρακτηριστικά προϊόντα της βουλγαρικής χειροτεχνίας, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζουν τα χαλιά και τα έργα κεραμικής.Στη Β., παραδοσιακά συνδεδεμένη –αν και πολλές φορές με αντικρουόμενα συμφέροντα– με τη χώρα μας, άνθησε κατά καιρούς μια ακμάζουσα ελληνική παροικία, ιδίως στα παράλια του Εύξεινου Πόντου (Φιλιππούπολη και Βάρνα). Άλλωστε, ακόμα και το ελληνικό επίθετο Βούλγαρης συνδέεται με τον τόπο καταγωγής αρκετών Ελλήνων που πέρασαν, από την ελληνική ανεξαρτησία μέχρι σήμερα, στην ελλαδική επικράτεια, ενώ ένα άλλο διάσημο επώνυμο είναι αυτό του μεγάλου ποιητή μας Κώστα Βάρναλη, ο οποίος είχε γεννηθεί στη Βάρνα της Β. Αρκετοί Έλληνες αριστεροί κατέφυγαν στη Β. μετά το τέλος του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, στα τέλη της δεκαετίας του 1940. Σύμφωνα με στοιχεία του Αρχείου Ομογενειακών Οργανώσεων, από την πολυάριθμη κάποτε ελληνική παροικία στη Β. απομένουν σήμερα περίπου 25.000 Έλληνες. Το βουλγαρικό μοναστήρι της Ρίλα με αξιόλογες τοιχογραφίες, που χρονολογείται στον 14ο αι. και ανακαινίστηκε τον 19ο αι. Το Τίρνοβο, στις όχθες του ποταμού Γιάντρα, πρωτεύουσα του βουλγαρικού κράτους κατά τον Μεσαίωνα (φωτ. Laborde). Η πλατεία της Εθνοσυνέλευσης στη Σόφια. Στο βάθος διακρίνεται ο ναός της Αγίας Σοφίας. Η Κοιλάδα των Ρόδων κοντά στο Καζανλάκ της Βουλγαρίας (φωτ. Sef). Το συγκρότημα εργοστασίων χημικών και πετροχημικών προϊόντων στο Ντιμίτροβγκραντ· η εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου ευνόησε την εκβιομηχάνιση της χώρας (φωτ. Laborde). Πορεία Τούρκων της Βουλγαρίας, έξω από το κτίριο της κυβέρνησης, στη Σόφια, με αίτημά τους τα θρησκευτικά δικαιώματα. Ο τελευταίος κομουνιστής ηγέτης της Βουλγαρίας Τεοντόρ Ζίβκoφ. Ο πρόεδρος της ελληνικής δημοκρατίας Κ. Στεφανόπουλος με τον πατριάρχη της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Βουλγαρίας Μάξιμο (Νοέμβριος 1995). Μικρογραφία από τη βουλγαρική μετάφραση (1345) του Χρονικού του Κωνσταντίνου Μανασσή, που εικονίζει Βούλγαρους να βαπτίζονται μπροστά στον βασιλιά και τη βασίλισσα (Βιβλιοθήκη του Βατικανού). Ο Βασίλι Ιβάνοφ, γνωστός με το όνομα Λέφσκι, ήρωας της βουλγαρικής ανεξαρτησίας, στο τουρκικό δικαστήριο, που τον καταδίκασε σε θάνατο το 1873. Εικόνα του 17ου αι. εμπνευσμένη από τη βυζαντινή παράδοση (φωτ. Igda). Λαϊκές βουλγαρικές ενδυμασίες κεντημένες με ζωηρά χρώματα και ιδιαίτερη δεξιοτεχνία (φωτ. Sef). Βυζαντινή εκκλησία του Αγίου Ιωάννη στο Νασεμπάρ (φωτ. Igda). Ο Χρίστο Μπότε, ο κυριότερος εκπρόσωπος της βουλγαρικής ποίησης του 19ου αι. Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Βουλγαρίας Παλαιότερη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Βουλγαρίας (1946-91) Έκταση: 110.994 τ. χλμ. Πληθυσμός: 7.707.495 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Σόφια (1.096.389 κάτ. το 2001) Χαρτονόμισμα των 100 λεβ της Βουλγαρίας. Η «χρυσή αμμουδιά» της Βάρνας φιλοξενεί κάθε χρόνο χιλιάδες τουρίστες. Νωπογραφίες του θολωτού τάφου της Σιλίστρα, του 4ου αι. μ.Χ. Αντικείμενα απο τον θησαυρό του «Παναγκιούριστε» από τον 4ο-3ο αι. π.Χ. Όταν αρχίσει να καλοκαιριάζει, οι γυναίκες των αγροτικών περιοχών της Βουλγαρίας κάθονται στο κατώφλι του σπιτιού και κλώθουν το μάλλινο νήμα που θα χρησιμοποιηθεί στην ύφανση των χαλιών. Ένα απο τα κυριότερα χαρακτηριστικά του καρναβαλιού είναι το ξεφάντωμα των kukkeri, έθιμο πιθανότατα ελληνικής καταγωγής. Γραφικό τοπίο της Βουλγαρίας· το βουνό και η λίμνη δένουν σε μια πανέμορφη αρμονία.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Βογορίδης, Αθανάσιος — (Βουλγαρία 1785 – Παρίσι 1826).Γιατρός και ελληνιστής, φίλος του Αδαμάντιου Κοραή και συνεργάτης του περιοδικού Λόγιος Ερμής.Έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του στο Παρίσι, όπου και πέθανε …   Dictionary of Greek

  • Μπεναρόγια, Αβραάμ — (Βουλγαρία 1877 – Ισραήλ 1979). Ελληνοεβραίος πολιτικός. Υπήρξε ο ιδρυτής της Φεντερασιόν ή Σοσιαλιστικής Εργατικής Ομοσπονδίας (με έδρα τη Θεσσαλονίκη), ενώ συμμετείχε το 1918 και στην ίδρυση του ΣΕΚΕ (Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδος).… …   Dictionary of Greek

  • Τοντόροφ, Πέτκο — (Βουλγαρία 1879 – Ελβετία 1916). Βούλγαρος συγγραφέας και δραματουργός. Έγραψε κυρίως ειδύλλια και λαϊκούς μύθους. Σημαντικότερο από τα πεζογραφήματά του είναι τα Ειδύλλια (1908) και από τα δραματικά έργα του τα Σαμόντιβα και Οι οικοδόμοι, στα… …   Dictionary of Greek

  • Παγκόσμιοι πόλεμοι — Οι δύο πόλεμοι, ο A» Παγκόσμιος πόλεμος (1914 18) και ο B» Παγκόσμιος πόλεμος (1939 45), στους οποίους συμμετείχαν οι κυριότερες δυνάμεις του κόσμου. Α’ Παγκοσμιος πόλεμος. Ποτέ, στην υπερχιλιετή ιστορία της, η Ευρώπη δεν έφτασε σε τόσο υψηλό… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Ιστορία (Νεότεροι χρόνοι) — Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΝΕΟΤΕΡΩΝ ΧΡΟΝΩΝ (1828 ΕΩΣ ΣΗΜΕΡΑ) Τα γεγονότα που σημάδεψαν τη νεότερη ιστορία της Ελλάδας ήταν πολλά και ιδιαίτερα σημαντικά, συνέτειναν δε, μέσα από αιματηρές εσωτερικές διενέξεις (με αποκορύφωμα τον εθνικό διχασμό) και… …   Dictionary of Greek

  • Γιουγκοσλαβία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας Παλαιότερη ονομασία: Ομοσπονδιακή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας Έκταση: 102.173 τ.χλμ Πληθυσμός: 10.656.929 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Βελιγράδι (1.280.600 κάτ. το 2002)Κράτος …   Dictionary of Greek

  • Ανατολική Ρωμυλία — Περιοχή (35.000 τ. χλμ.) της βόρειας Θράκης μεταξύ Αίμου, Ροδόπης και Εύξεινου Πόντου, που ανήκει στη Βουλγαρία. Με απόφαση της συνθήκης του Βερολίνου (1878) η Βουλγαρία διχοτομήθηκε με τη γραμμή του Αίμου και ο όρος Νότια Βουλγαρία… …   Dictionary of Greek

  • Πετσενέγοι ή Πατζινάκες — Τουρκική φυλή. Οι Π. κατοικούσαν στις χώρες της Κεντρικής Ασίας και στους πρώτους αιώνες μ.Χ. ξεχύθηκαν μαζί με τους Ούννους στα Δ, πλημμυρίζοντας τη δυτική Ασία και τη νότια Ρωσία. Τον 5o αι. απείλησαν να κατακλύσουν ολόκληρη την Ευρώπη. Μετά… …   Dictionary of Greek

  • εθνικά θέματα — Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει μία χώρα, όσον αφορά τις εδαφικές διεκδικήσεις ή την αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων τα οποία έχουν αναγνωριστεί από διεθνείς συνθήκες ή συμβάσεις. Ανάλογα προβλήματα αντιμετώπισε και η Ελλάδα σε διάφορες… …   Dictionary of Greek

  • Νεϊγί-σιρ-Σεν — (Neuilly sur Seine). Πόλη (59.600 κάτ. το 2003) της Γαλλίας. Αποτελεί δυτικό προάστιο του Παρισιού και σημαντικό βιομηχανικό κέντρο. Η πόλη είναι γνωστή από τη συνθήκη που υπογράφηκε στις 27 Νοεμβρίου 1919, από τους Συμμάχους και τη Βουλγαρία την …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.